Η επιστροφή της Ρωσίας στην Μπιενάλε στη Βενετία, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής στην Ουκρανία, έχει ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για τη σχέση πολιτισμού και πολιτικής. Η αντιπαράθεση έχει περάσει πλέον και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου η Ρωσία, η σοβιετική ιστορία και τα όρια ανάμεσα στην καλλιτεχνική έκφραση και την προπαγάνδα βρίσκονται στο επίκεντρο αρκετών έργων.
Μιλώντας στον Guardian, ο σκηνοθέτης Σεργκέι Λοζνίτσα επέκρινε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διακόψει τη χρηματοδότηση προς την Μπιενάλε λόγω της επαναλειτουργίας του ρωσικού περιπτέρου.
Ο γεννημένος στη Λευκορωσία, μεγαλωμένος στην Ουκρανία και εγκατεστημένος στη Γερμανία σκηνοθέτης ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος «ποτέ, μα ποτέ» δεν θα επισκεπτόταν το περίπτερο. Θεωρεί, ωστόσο, προβληματικό να τιμωρείται οικονομικά ένας ολόκληρος πολιτιστικός θεσμός, ιδιαίτερα από τη στιγμή που σημαντικές οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Ρωσία εξακολουθούν να υφίστανται.
«Το ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου είναι το εξής: μπορεί η ύπαρξη αυτού του ρωσικού περιπτέρου να σταματήσει αυτόν τον πόλεμο ή όχι;», διερωτήθηκε, χαρακτηρίζοντας τη διακοπή της χρηματοδότησης «τιμωρία στο νηπιαγωγείο».
Η σύγκρουση για το ρωσικό περίπτερο
Η αντιπαράθεση είχε ξεκινήσει από τον Μάρτιο, όταν ο Μιχαήλ Σβίντκοϊ, απεσταλμένος του Βλαντίμιρ Πούτιν για θέματα διεθνούς πολιτιστικής συνεργασίας, ανακοίνωσε ότι η Ρωσία σχεδίαζε να επιστρέψει στην Μπιενάλε με ένα πρόγραμμα λαϊκής μουσικής.
Ακολούθησαν αιτήματα για αποκλεισμό της ρωσικής συμμετοχής, τα οποία η διοίκηση της Μπιενάλε δεν έκανε δεκτά. Ο πρόεδρός της, Πιετραντζέλο Μπουταφουόκο, αρνήθηκε να απομακρύνει το περίπτερο.
Η υπόθεση απέκτησε στη συνέχεια ευρωπαϊκή διάσταση. Όπως είχε αναφέρει το Art Newspaper, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από τον Ευρωπαϊκό Εκτελεστικό Οργανισμό Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (EACEA) να διακόψει τη χρηματοδότηση της διοργάνωσης, αφού εξέτασε τις εξηγήσεις της Μπιενάλε για την επαναλειτουργία του περιπτέρου.
Στις 21 Ιουλίου αποφασίστηκε ο τερματισμός πολυετούς επιχορήγησης ύψους 2 εκατ. ευρώ. Η Μπιενάλε ανακοίνωσε ότι θα αμφισβητήσει την απόφαση, σημειώνοντας ότι τα συγκεκριμένα κονδύλια στήριζαν και κινηματογραφικές δράσεις που δεν σχετίζονται με τη ρωσική συμμετοχή.
Ο Μπουταφουόκο υποστήριξε ότι η Μπιενάλε δεν ασκεί πολιτική αλλά υπηρετεί τη «διεθνή έρευνα στον χώρο των τεχνών». Από την άλλη πλευρά, το Κρεμλίνο χαρακτήρισε την απόφαση μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού της ρωσικής πολιτιστικής παρουσίας στο εξωτερικό. Ο Ντμίτρι Πεσκόφ μίλησε για «συνεχιζόμενες προσπάθειες να εξαλειφθεί ο πολιτισμός μας σε άλλες χώρες».
Πολιτισμός, πολιτική και προπαγάνδα
Η συζήτηση αποκτά μια επιπλέον διάσταση στο κινηματογραφικό φεστιβάλ, όπου παρουσιάζονται έργα που προσεγγίζουν από διαφορετικές πλευρές τη Ρωσία και τον μετασοβιετικό χώρο.
Ο Λοζνίτσα παρουσιάζει εκτός συναγωνισμού το τρίωρο Imperium. Το Letters from the Silenced Country του Αντρέι Κουτσίλα ασχολείται με την πολιτική καταστολή στη Λευκορωσία, ενώ στο My Undesirable Friends: Part II – Exile η Τζούλια Λόκτεφ παρακολουθεί Ρώσους δημοσιογράφους του ανεξάρτητου TV Rain που εγκατέλειψαν τη χώρα μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Αντιδράσεις από το Κίεβο έχει προκαλέσει και το Dau του Ίλια Χρζανόφσκι. Το ουκρανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε «βαθιά ανησυχία», υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία χρησιμοποιεί τον πολιτισμό ως μέσο κρατικής επιρροής. Αναφέρθηκε επίσης στη χρηματοδότηση που είχε λάβει το πρότζεκτ από τον Ρώσο επιχειρηματία Σεργκέι Αντόνιεφ, στον οποίο έχουν επιβληθεί κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την Ουκρανία.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Βενετίας, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα, απέρριψε αυτή την ανάγνωση. «Δεν είναι ρωσική ταινία, δεν είναι φιλοπουτινική προπαγάνδα», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι το έργο ασκεί κριτική στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και στον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών.
Υπενθύμισε ουσιαστικά και μια βασική διαφορά ανάμεσα στα δύο σκέλη της διοργάνωσης: ενώ στην Μπιενάλε Τέχνης υπάρχουν εθνικά περίπτερα, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου οι δημιουργοί δεν εκπροσωπούν κράτη.
Το Imperium του Λοζνίτσα
Στο Imperium, ο Λοζνίτσα χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό που γύρισαν Ιταλοί κινηματογραφιστές σε τρεις αποστολές στη Σοβιετική Ένωση μεταξύ 1970 και 1973. Τα ταξίδια πραγματοποιήθηκαν με επίσημη άδεια και τα γυρίσματα βρίσκονταν υπό την επίβλεψη της KGB.
Μέσα από το υλικό, ο σκηνοθέτης επιχειρεί να εξετάσει την εικόνα που προβαλλόταν τότε για τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και την πολιτισμική πολυμορφία που συναντούσε κανείς όσο απομακρυνόταν από τη Μόσχα. Τοπικές παραδόσεις, μουσικές και έθιμα συνυπάρχουν με την επίσημη σοβιετική εικονογραφία, δημιουργώντας μια πιο σύνθετη εικόνα της εποχής.
«Ήθελα να δείξω ότι η Σοβιετική Ένωση δεν κατέρρευσε μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά και επειδή ήταν αδύνατον να κρατηθούν τόσοι διαφορετικοί πολιτισμοί κάτω από την ίδια στέγη», εξήγησε ο Λοζνίτσα.
Ο ίδιος συνδέει τελικά αυτή τη συζήτηση με τη σημερινή διαμάχη στη Βενετία. Αναφερόμενος στην αποτελεσματικότητα της πολιτιστικής προπαγάνδας, παραλλήλισε ορισμένες εικόνες του Imperium με το ρωσικό περίπτερο: «Ως προπαγάνδα, είναι απλώς τόσο γελοίο».
*Kεντρική Φωτογραφία: Imp

