Η χώρα είναι σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη υπονομεύει την κοινωνική συνοχή, παροξύνει τις ανισότητες, δεν εγγυάται ότι η χώρα θα αποφύγει τους γεωπολιτικούς κινδύνους και επιδίδεται σε συστηματική αντιδημοκρατική θεσμική παραβατικότητα.
Πάνω από τα δύο τρίτα της κοινωνίας επιζητούν την πολιτική αλλαγή και επιθυμούν να μπει τέλος στη διακυβέρνηση της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό καταγράφεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει είναι ποια πολιτική πρόταση μπορεί να εκπροσωπήσει αυτή τη διάθεση πολιτικής αλλαγής και να υπηρετήσει τον στόχο.
Η μία απάντηση που δίνεται είναι ότι η πρόταση αυτή θα πρέπει πρωτίστως να έχει ως πολιτικό κεφάλαιο την αγανάκτηση και την οργή, να εκπροσωπηθεί από πρόσωπα που κατεξοχήν συνδέθηκαν με τον θυμό και το τραύμα που προκάλεσε η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Και ως προς το πολιτικό περιεχόμενο, αυτό θα πρέπει να αναζητηθεί σε όλα τα «αποκούμπια» που κατά καιρούς κινήθηκαν διάφορα ρεύματα – ποτέ πλειοψηφικά… – στην περίοδο των μεγάλων ανακατατάξεων: στη συνωμοσιολογία, στη θρησκοληψία και στη φαντασίωση ότι η Ρωσία παραμένει η ελπίδα του τόπου.
Το γιατί μια τέτοια πολιτική πρόταση μπορεί να έχει απήχηση είναι κατανοητό. Επικοινωνεί με διάφορες υπαρκτές υποκουλτούρες της ελληνικής κοινωνίας, επενδύει στην αγανάκτηση και το συναίσθημα, και προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει τη δυσπιστία μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος απέναντι στους επαγγελματίες της πολιτικής.
Το γιατί μια τέτοια πολιτική πρόταση όχι μόνο θα αποτύχει να φέρει την αλλαγή, αλλά τελικά συμβάλει στη συνέχιση των σημερινών αδιεξόδων είναι επίσης σαφές. Γιατί πολύ απλά δεν αποτελεί πρόταση διακυβέρνησης. Μπορεί να έχει ακροατήριο, αλλά δεν μπορεί να μεταφραστεί σε μια εναλλακτική διακυβέρνηση. Αυτό βάζει όρια στην πολιτική απήχηση που μπορεί να έχει, αλλά και επιτρέπει στην κυβέρνηση να την αξιοποιήσει ως επιχείρημα για να αποδείξει ακριβώς ότι η ίδια αποτελεί τη μόνη λύση και άρα τίποτα δεν πρέπει να αλλάξει. Και βέβαια στο μεταξύ θα έχει σπείρει αρκετή σύγχυση μεταξύ όσων σήμερα θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα.
Γιατί πολύ απλά δεν είμαστε στη φάση της αγανάκτησης. Είμαστε στη φάση της εφικτής πολιτικής αλλαγής. Είμαστε στη φάση της ανασύνθεσης ενός δημοκρατικού και προοδευτικού χώρου που ορίζοντα έχει να κυβερνήσει. Να ψηφίσει νομοσχέδια που θα βελτιώσουν την κατάσταση στα νοσοκομεία, που θα ανακόψουν την ακρίβεια, που θα ανατάξουν τη δημόσια παιδεία, που θα θωρακίσουν ξανά τις Ανεξάρτητες Αρχές και θα αποκαταστήσουν τη Δικαιοσύνη. Να χαράξει ξανά μια εξωτερική πολιτική πολυδιάστατη που θα δώσει κύρος στη χώρα. Να επεξεργαστεί ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Ας είμαστε ειλικρινείς όλα αυτά δεν μπορεί να τα απαντήσει ένα συνονθύλευμα θαυμαστών του Πούτιν, αντιεμβολιαστών, νοσταλγών εκδοχής «αντιμνημονίου» χωρίς πρόγραμμα, και απλών παραδοσιακών ακροδεξιών. Ακόμη και εάν γύρω τους υπάρχουν και άνθρωποι που κινητοποιούνται από αυθεντική αγανάκτηση. Γιατί πολύ απλά αυτό δεν είναι πρόταση διακυβέρνησης, ούτε σχέδιο που δίνει προοπτική στη χώρα.
Σε τελική ανάλυση το μόνο που μπορούν να διευκολύνουν τέτοιες προτάσεις είναι το κυβερνητικό σχέδιο. Το οποίο βασικό άξονα έχει ότι πραγματική δύναμη σταθερότητας είναι μόνο η κυβέρνηση και απέναντί της είναι ένα κατακερματισμένο αντιπολιτευτικό τσίρκο χωρίς σχέδιο και πρόγραμμα.
Μόνο που ευτυχώς τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Και καθώς θα βγουν στο προσκήνιο πολιτικές προτάσεις επεξεργασμένες, κοστολογημένες και με πρόσωπα που μπορούν να τις κάνουν πράξη, προτάσεις που θα απαντούν πραγματικά στην αγωνία να υπάρξει ένα διαφορετικό ήθος και ύφος διακυβέρνησης και που θα επιτρέψουν την ανασυγκρότηση μιας τραυματισμένης κοινωνίας.
Και όσο θα ακούγονται και θα συζητιούνται περισσότερο μέσα στην κοινωνία, τόσο λιγότερο θα πείθουν οι προτάσεις που σε τελική ανάλυση θέλουν απλώς να καιροσκοπήσουν πάνω στην αγανάκτηση και το τραύμα.
Γιατί στις εκλογές επιλέγουμε αυτόν που θέλουμε να μας κυβερνήσει, όχι αυτόν που εκφράζει καλύτερα το θυμικό μας. Ιδίως όταν βλέπουμε το θυμικό μας να αναμειγνύεται με αφερέγγυες προτάσεις που καμιά σχέση δεν έχουν με τις κοινωνικές ανάγκες.
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ
in.gr

