Το ΝΑΤΟ χρειάζεται “περισσότερη Βρετανία και περισσότερη Ευρώπη” για να αντιμετωπίσει την οξύτερη κρίση ασφαλείας που βιώνει η Δύση εδώ και μία γενιά, τόνισε ο Γενικός Γραμματέας της στρατιωτικής συμμαχίας των 32 κρατών, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Μαρκ Ρούτε εξήρε τη στάση του Λονδίνου για τη δέσμευση αύξησης των αμυντικών δαπανών —σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον— μετά τη συνάντησή του με τον Άντι Μπέρναμ. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η στρατιωτική και οικονομική αυτή προσπάθεια πρέπει να περιφρουρηθεί και στο μέλλον.
“Είναι ζωτικής σημασίας οι ένοπλες δυνάμεις σας να συνεχίσουν να παρέχουν τη σκληρή ισχύ που απαιτεί το ΝΑΤΟ”, σημείωσε ο Ρούτε κατά την ομιλία του στο Ντίτσλεϊ Παρκ του Οξφορντσάιρ, το ιστορικό καταφύγιο που χρησιμοποιούσε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η τοποθέτησή του αποτελεί ουσιαστικά έκκληση προς τη Βρετανία να επιταχύνει τους ρυθμούς της ώστε να πιάσει τον συμμαχικό στόχο που έχει θέσει ο Ντόναλντ Τραμπ: διάθεση του 3,5% του ΑΕΠ για την άμυνα έως το 2035. Πρόκειται, όπως αναφέρει ο Guardian, για ένα ποσό περίπου 30 δισεκατομμυρίων λιρών σε πραγματικούς όρους, που θα πρέπει να καλυφθεί είτε από νέους φόρους και δανεισμό, είτε από περικοπές σε άλλες δημόσιες δαπάνες.
Μέχρι στιγμής, το βρετανικό πλάνο προβλέπει αύξηση των αμυντικών κονδυλίων μόλις στο 2,7% του ΑΕΠ έως το τέλος της δεκαετίας. Μάλιστα, λόγω των πιεστικών δημοσιονομικών συνθηκών, η διοίκηση του στρατού υποχρεώθηκε να αναστείλει κάθε μη αμελητέα εκπαιδευτική δραστηριότητα ως το τέλος του έτους.
Υπενθυμίζεται ότι ο Τζον Χίλι παραιτήθηκε από Υπουργός Άμυνας της κυβέρνησης Στάρμερ τον Ιούνιο, διαφωνώντας με την άρνηση του πρώην πρωθυπουργού να δεσμευτεί για αμυντικές δαπάνες 3% έως το 2020 —βήμα που ο Στάρμερ θεωρούσε δυσβάσταχτο. Ωστόσο, όταν ο Χίλι ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών στη νέα κυβέρνηση Μπέρναμ έναν μήνα αργότερα, απέφυγε να επιβεβαιώσει τον συγκεκριμένο ενδιάμεσο στόχο. Η εξέλιξη αυτή τροφοδότησε σενάρια ότι η νέα ηγεσία μεταθέτει τις μεγάλες αυξήσεις δαπανών για μετά τις επόμενες εκλογές.
Ο Ρούτε ανέφερε ότι συζήτησε τις “νατοϊκές υποχρεώσεις” της χώρας κατά την πρώτη κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον Μπέρναμ σε τεχνολογικό πάρκο της Οξφόρδης, χωρίς εντούτοις να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες. Από την πλευρά του, ο Βρετανός Πρωθυπουργός παραδέχθηκε την αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία, διαβεβαίωσε όμως ότι “η προσήλωση του Ηνωμένου Βασιλείου στο ΝΑΤΟ και τις δεσμεύσεις του παραμένει απόλυτη και αταλάντευτη”.
Ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ και πρώην Πρωθυπουργός της Ολλανδίας καυτηρίασε τη στάση πολλών ευρωπαϊκών κρατών, σημειώνοντας ότι για χρόνια επαναπαύονταν στην “αυθαίρετη βεβαιότητα” πως οι ΗΠΑ θα σήκωναν πάντα το μεγαλύτερο βάρος και τον λογαριασμό. Η αυταπάτη αυτή διαλύθηκε με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Αντίθετα, όπως υπενθύμισε, στη Σύνοδο Κορυφής της Χάγης το 2025, η Βρετανία και οι υπόλοιποι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν τους προϋπολογισμούς τους στα επίπεδα των ΗΠΑ, συμμορφούμενοι με την απαίτηση της Ουάσινγκτον να αναλάβει η Ευρώπη την ευθύνη της δικής της άμυνας.
“Χρειάζεται να δούμε μια πιο ενεργή Βρετανία και μια πιο δραστήρια Ευρώπη στους κόλπους της Συμμαχίας“, υπογράμμισε ο Ρούτε, επισημαίνοντας ότι το ΝΑΤΟ “βρίσκεται αντιμέτωπο με το πιο επικίνδυνο και περίπλοκο σκηνικό ασφαλείας των τελευταίων δεκαετιών”, με την αναζωπύρωση των πολεμικών μετώπων στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή και τη γενικευμένη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Κάνοντας ειδική αναφορά στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, την τρομοκρατία, το Ιράν και τις τεκτονικές ανακατατάξεις στον παγκόσμιο ανταγωνισμό ισχύος, ο Ρούτε προειδοποίησε ότι αν Ευρώπη και Ηνωμένο Βασίλειο δεν επενδύσουν σοβαρά, “η συλλογική μας αποτρεπτική ισχύς θα χάσει την αξιοπιστία της”.
Χαρακτήρισε τη Βρετανία “κομβικό πυλώνα” για τη συγκρότηση μιας ισχυρότερης Ευρώπης εντός ενός ισχυρότερου ΝΑΤΟ, υπενθυμίζοντας ότι το Λονδίνο διαθέτει δισεκατομμύρια για τον εκσυγχρονισμό του πυρηνικού προγράμματος Trident, το οποίο είναι ενταγμένο στην αμυντική διάταξη της Συμμαχίας.
Παράλληλα, το Ηνωμένο Βασίλειο αναβαθμίζει σταδιακά τις συμβατικές του δυνάμεις, αν και οι συνολικές αμυντικές του δαπάνες —που επί σειρά ετών ήταν οι δεύτερες υψηλότερες στο ΝΑΤΟ— έχουν πλέον ξεπεραστεί από τη Γερμανία. Έως το 2029, ο στρατιωτικός προϋπολογισμός του Βερολίνου αναμένεται να είναι διπλάσιος του βρετανικού.
Ο Ρούτε σημείωσε ακόμη ότι το Λονδίνο βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αναχαίτισης των ρωσικών επιχειρήσεων δολιοφθοράς και προκλήσεων στην Ευρώπη, χαρακτηρίζοντας τη Βρετανία “σταθερό σύμμαχο της Ουκρανίας”, προς την οποία προσφέρει εξοπλιστική βοήθεια ύψους 3 δισεκατομμυρίων λιρών ετησίως.
Την ίδια στιγμή, επιδιώκοντας να ανεξαρτητοποιηθεί αμυντικά από τις ΗΠΑ, ο Καναδάς υπέβαλε και επίσημα αίτημα ένταξης στη βρετανικής διοίκησης Διασυμμαχική Δύναμη Αντίδρασης (JEF), όπως ανακοινώθηκε από το γραφείο του Πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ.
Πρόκειται για έναν συνασπισμό ταχείας επέμβασης στον οποίο συμμετέχουν 10 βορειοατλαντικά μέλη του ΝΑΤΟ (Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ισλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο). Με την κίνηση αυτή, η Οτάβα —αν και ήδη μέλος του ΝΑΤΟ— επιζητεί μια στενότερη και πιο άμεση στρατιωτική συνεργασία με τη γηραιά ἤπειρο.

