Υπάρχουν αποφάσεις που κρίνονται πολιτικά. Υπάρχουν αποφάσεις που κρίνονται κοινωνικά. Και υπάρχουν και αποφάσεις που κρίνονται ηθικά.
Η σχεδόν διπλάσια αύξηση στις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών ανήκει στην τρίτη κατηγορία. Δεν είναι μόνο το ύψος της αύξησης. Είναι η στιγμή. Είναι η κοινωνία μέσα στην οποία δίνεται. Είναι οι άνθρωποι που την πληρώνουν.
Σε μια χώρα όπου ο συνταξιούχος μετράει τα κέρματα στο τέλος του μήνα. Σε μια χώρα όπου ο δημόσιος υπάλληλος ακούει εδώ και δεκαπέντε χρόνια υποσχέσεις για τον 13ο και τον 14ο μισθό και εισπράττει ψίχουλα. Σε μια χώρα όπου νέα ζευγάρια δεν κάνουν παιδιά όχι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν. Επειδή το ενοίκιο καταπίνει τον μισθό, το σούπερ μάρκετ αδειάζει το πορτοφόλι και η καθημερινότητα έχει μετατραπεί σε άσκηση επιβίωσης.
Μέσα σε αυτή τη χώρα, κάποιοι αποφάσισαν ότι η μεγάλη ανάγκη της εποχής είναι να αυξηθούν έως και σχεδόν 95% οι αποδοχές των ανώτερων κληρικών.
Και αυτό δεν είναι απλώς λάθος. Είναι πρόκληση. Είναι η στιγμή που η πολιτική χάνει κάθε επαφή με την κοινωνία. Είναι η στιγμή που το κράτος κοιτάζει τον χαμηλοσυνταξιούχο στα μάτια και του λέει ότι δεν υπάρχουν χρήματα για εκείνον, αλλά βρίσκονται χιλιάδες ευρώ τον μήνα για εκείνους που βρίσκονται ήδη στην κορυφή της εκκλησιαστικής πυραμίδας.
Και εδώ αρχίζει η ευθύνη της κυβέρνησης. Γιατί καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να μιλά για κοινωνική δικαιοσύνη όταν δίνει τέτοιες αυξήσεις σε ανθρώπους που δεν κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς ρεύμα, χωρίς θέρμανση ή χωρίς φαγητό.
Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται το δημογραφικό πρόβλημα όταν δεν στηρίζει ουσιαστικά τα νέα ζευγάρια, αλλά βρίσκει τον δημοσιονομικό χώρο για να μοιράζει χιλιάδες ευρώ σε όσους δεν έχουν να μεγαλώσουν παιδιά, να πληρώσουν βρεφονηπιακούς σταθμούς ή να αγωνιούν για το αν θα βγει το νοίκι.
Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά κατανόηση από τον εργαζόμενο όταν η ίδια επιλέγει ποιοι θα δουν πραγματικές αυξήσεις και ποιοι θα συνεχίσουν να ζουν με τα απομεινάρια της λιτότητας.
Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Η πλευρά εκείνων που τα χρήματα θα μπουν στον λογαριασμό τους. Γιατί η ηθική δεν σταματά σε αυτόν που δίνει. Αγγίζει και αυτόν που παίρνει. Και εδώ γεννιέται ένα ερώτημα που κανείς δεν θέλει να απαντήσει. Πώς μπορεί ένας Μητροπολίτης να μιλά για ταπεινότητα και να δέχεται μια αύξηση που ο μέσος εργαζόμενος δεν θα δει ούτε σε μια ζωή; Πώς μπορεί ένας ιεράρχης να κηρύσσει αλληλεγγύη και να αποδέχεται αδιαμαρτύρητα χρήματα που προέρχονται από μια κοινωνία η οποία στενάζει;
Πώς μπορεί κάποιος να ανεβαίνει στον άμβωνα την Κυριακή και να μιλά για τον φτωχό, τον αδύναμο, τον άνεργο, τον συνταξιούχο και ταυτόχρονα να θεωρεί φυσιολογικό να δει τις αποδοχές του να εκτοξεύονται με μια κυβερνητική υπογραφή;
Αν η Εκκλησία θέλει να διδάσκει το παράδειγμα, τότε το παράδειγμα δίνεται πρώτα με τις πράξεις. Και το πραγματικό μήνυμα θα ήταν ένα:
«Όχι. Δεν θα τα πάρουμε. Όχι τώρα. Όχι όταν ο κόσμος δυσκολεύεται. Όχι όταν υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να αγοράσουν τα φάρμακά τους. Όχι όταν υπάρχουν νέοι που δεν μπορούν να χτίσουν οικογένεια. Όχι όταν υπάρχουν εργαζόμενοι που περιμένουν εδώ και δεκαπέντε χρόνια να αποκατασταθούν αδικίες.»
Αυτό θα έπρεπε να ήταν το μήνυμα Εκκλησίας. Αυτό θα ήταν μήνυμα κοινωνικής ευθύνης. Αυτό θα ήταν μάθημα ήθους. Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση έδωσε και η ιεραρχία δέχθηκε.
Και κάπου ανάμεσα στις υπογραφές, στις ανακοινώσεις και στους πανηγυρισμούς, χάθηκε η εικόνα του ανθρώπου που περιμένει στην ουρά του φαρμακείου με κομμένη σύνταξη. Του δημοσίου υπαλλήλου που ακούει κάθε χρόνο τα ίδια. Του νέου ζευγαριού που αναβάλλει τη ζωή του γιατί δεν βγαίνουν τα νούμερα.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της απόφασης να μην είναι τα χρήματα. Ίσως να είναι ότι κανείς από όσους την πήραν ή την αποδέχθηκαν δεν ένιωσε την ανάγκη να ντραπεί.
Γιατί όταν μια κοινωνία δυσκολεύεται να ζήσει και οι ισχυροί δυσκολεύονται μόνο να μετρήσουν την αύξησή τους, τότε δεν έχουμε απλώς μια κακή πολιτική απόφαση. Έχουμε χάσει το μέτρο. Έχουμε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα.
Και, το χειρότερο απ’ όλα, έχουμε χάσει την αίσθηση της ντροπής.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

