«Σαν τι το έδωσε αυτό; Σαν φιλοδώρημα; Αφού δεν υπάρχει κανένας κανονισμός λειτουργίας…»
Η Χριστίνα Λαμπίρη, με την εμπειρία της και την κοφτερή της ματιά, είπε σε μία φράση όσα δεν τόλμησαν να παραδεχτούν ούτε οι διοικούντες του Δήμου, ούτε εκείνοι που σπεύδουν να τους υπερασπιστούν με δημοσιεύσεις. Η ίδια επεσήμανε το αυτονόητο, πως η λειτουργία ενός δημόσιου χώρου προϋποθέτει κανόνες, πλαίσιο, όρια, ρόλους και ευθύνες. Χωρίς αυτά, κάθε κίνηση δείχνει περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική.
Το μήνυμα ήταν σαφές. Αλλά δεν έφτασε παντού. Ο συντάκτης τοπικού σάιτ –είτε δεν το κατάλαβε, είτε έκανε πως δεν το κατάλαβε– δεν στάθηκε ούτε σ’ αυτή τη δήλωση. Προτίμησε να διαστρεβλώσει το περιεχόμενό της, αναζητώντας μια άλλη αφήγηση. Ίσως γιατί εξυπηρετούσε καλύτερα το αφήγημα που ήδη είχε στο μυαλό του. Άλλωστε, για λίγα κλικ παραπάνω, όλα επιτρέπονται.
Κι αν δεν μπορείς να αντιληφθείς τι είπε η Χριστίνα Λαμπίρη –με τις εξαιρετικές της γνώσεις, την εμπειρία της και την άρτια χρήση της ελληνικής γλώσσας– τότε υπάρχει κι άλλη επιλογή, πάρε την τηλέφωνο να σου το εξηγήσει. Αν και είναι μάλλον πιο εύκολο να μείνεις στον τίτλο που σε βολεύει.
Είναι μια τακτική που επαναλαμβάνεται. Όχι απαραίτητα με κακή πρόθεση, αλλά σίγουρα με επιλεκτική προσέγγιση. Και κάπου εκεί, η ενημέρωση χάνει την ουσία της.
Γιατί όταν αθλητικές επιτυχίες της πόλης περνούν στα «ψιλά», όταν εκδηλώσεις που συγκεντρώνουν κόσμο δεν βρίσκουν χώρο, όταν δράσεις πολιτών αγνοούνται, γεννιούνται ερωτήματα. Όχι μόνο για το τι γράφεται, αλλά κυρίως για το τι αποσιωπάται.
Η δημοσιογραφία δεν είναι copy-paste δελτίων τύπου. Είναι ερμηνεία, είναι στάση, είναι ευθύνη. Και όταν η στάση αυτή δείχνει σταθερά προς μία μόνο κατεύθυνση, τότε το κοινό αργά ή γρήγορα απομακρύνεται.
Οι τοπικές κοινωνίες δεν έχουν ανάγκη από καθοδηγητές. Έχουν ανάγκη από καθαρούς καθρέφτες. Από μέσα που να σέβονται τη νοημοσύνη των πολιτών. Όχι να τη δοκιμάζουν.

