Ιστορικά πολλές στρατιωτικές συγκρούσεις έληξαν με έναρξη διαπραγματεύσεων, συνομιλίες για ειρήνευση. Ωστόσο, στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας δεν διαφαίνεται ακόμη κάτι τέτοιο, ενώ ούτε η αμερικανική διαμεσολάβηση ούτε η κατακερματισμένη ευρωπαϊκή στάση φαίνεται μέχρι στιγμής να έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.
Φαίνεται πως τόσο το Κίεβο όσο και το Κρεμλίνο έχουν νερώσει το κρασί τους από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος, περιορίζοντας τις αξιώσεις τους.
H ουκρανική πλευρά, από τα σύνορα του 1991 πέρασε στην αποδοχή μιας κατάπαυσης του πυρός κατά μήκος της σημερινής γραμμής του μετώπου. Οι Ρώσοι από το 2025 δεν ακούγεται πλέον να ζητάνε την πλήρη κατάληψη της Χερσώνας και της Ζαπορίζια.
Αν και είναι σημαντικές αυτές οι αλλαγές και οι ΗΠΑ θέλουν πράγματι τον τερματισμό του πολέμου, ωστόσο ο Σάμιουελ Τσάραπ, αμερικανός ειδικός σε θέματα Ρωσίας, Ουκρανίας και ευρωπαϊκής ασφάλειας στην ερευνητική οργάνωση RAND και πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επί κυβέρνησης Ομπάμα, επικρίνει τις επιλογές του Τραμπ, ως προς αυτή τη κατεύθυνση.
«Η επιθυμία υπάρχει, αλλά ανέθεσε αυτό το ζήτημα στον Κούσνερ και στον Γουίτκοφ. Και εκείνοι είναι απασχολημένοι με άλλα πράγματα» σημειώνει σε συνέντευξή του.
«Όμως αυτό δεν μπορεί να είναι χόμπι ή απλώς ένας από τους λίγους πολέμους που έχει εξουσιοδοτηθεί κάποιος να επιλύσει. Χρειάζεται ένας μόνιμος διαπραγματευτής, ένας μόνιμος διαμεσολαβητής που να ασχολείται με τις λεπτομέρειες, να γνωρίζει και τις δύο χώρες και να κατανοεί τις αποχρώσεις και τις πολιτικές πραγματικότητες. Ας υποθέσουμε ότι ο Κούσνερ και ο Γουίτκοφ είναι πολύ ικανοί διαπραγματευτές. Όμως δεν αφιερώνουν την πλήρη προσοχή τους στο ζήτημα της Ουκρανίας» λέει.
Ενώ όμως για την Ουάσιγκτον, οι λεπτομέρειες για τις διευθετήσεις του τερματισμού του πολέμου είναι δευτερεύουσες, για τους Ευρωπαίους είναι πολύ σημαντικότερες, υπογραμμίζει.
«Όμως βρισκόμαστε στο σκοτάδι. Όταν δεν υπάρχει διαπραγματευτική διαδικασία, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει κίνητρο να ανοίξει όλα τα χαρτιά της. Όταν δεν υπάρχει παζάρι, δεν υπάρχει ανάγκη να γίνουν δημόσια συμβιβασμοί. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε τις δημόσιες δηλώσεις, οι οποίες ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζουν τις θέσεις που οι πλευρές είναι διατεθειμένες να υιοθετήσουν κατά τη διάρκεια της διαπραγματευτικής διαδικασίας».
Αδύνατη η συναίνεση στους Ευρωπαίους
Ερωτηθείς ο Τσάραπ για το πως αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα και τη στάση της ΕΕ στη σύγκρουση, ξεκαθάρισε πως θα ήθελε αυτός ο πόλεμος να μη συμβεί. Ωστόσο, όσον αφορά τη σημερινή θέση της Ευρώπης, επισημαίνει ότι δεν υπάρχει μία ενιαία θέση.
«Δεν υπάρχει κάποια θέση διατυπωμένη σε επίπεδο ΕΕ ή ακόμη και από κάποια ξεχωριστή ομάδα χωρών, πέρα από τις EU3, οι οποίες στις αρχές Ιουνίου ζήτησαν άμεσες διαπραγματεύσεις, άμεση κατάπαυση του πυρός και συμμετοχή της Ευρώπης σε αυτές τις διαπραγματεύσεις. Διαφορετικά ευρωπαϊκά κράτη έχουν διαφορετικές θέσεις. Η επίτευξη συναίνεσης είναι ουσιαστικά αδύνατη. Είναι δύσκολο να διατυπώσουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες, επειδή αυτές μετατρέπονται αμέσως σε πηγή εσωτερικών διαφωνιών».
Μετά τον πόλεμο τι;
Αυτό που ανησυχεί στη συνέχεια τον ίδιο είναι πως η Ευρώπη και η Ρωσία θα επιστρέψουν σε μια ψυχροπολεμική εποχή.
Η Ευρώπη λέει θα έρθει αντιμέτωπη με τον Ψυχρό Πόλεμο της δεκαετίας του 1970 και του 1980, όχι με τον Ψυχρό Πόλεμο της δεκαετίας του 1950 και του 1960.
«Ήταν διαφορετικοί Ψυχροί Πόλεμοι. Μετά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας, υπήρξαν συμφωνίες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Παρότι ο Ψυχρός Πόλεμος συνεχιζόταν, ήταν πραγματικά πολύ «ψυχρός». Αλλά θα ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που έχουμε τώρα».
Έτσι, για τον ίδιο δεν έχει νόημα να μιλάμε σήμερα για ένα νέο σύστημα ασφαλείας στην Ευρώπη μετά τον πόλεμο.
«Δεν θα μιλούσα για ένα νέο σύστημα ή μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που θα προϋπέθετε τη συμμετοχή όλων των πλευρών. Θα υπάρξει μια μακρά περίοδος αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Το ερώτημα είναι πώς θα αποτραπεί η κλιμάκωση αυτής της αντιπαράθεσης, ώστε οι πλευρές να μπορούν να επικοινωνούν σε τακτική βάση και να αποφύγουμε μια άμεση σύγκρουση. Δεν ελπίζω σε τίποτε περισσότερο από αυτή τη μάλλον δυσάρεστη σταθερότητα».
Ο Τσάραπ δεν αποκλείει μια «οριζόντια κλιμάκωση» του πολέμου, δηλαδή μια επέκτασή του που θα διεύρυνε τη γεωγραφική έκταση και τον αριθμό των εμπλεκόμενων πλευρών στη σύγκρουση. «Αυτό ήταν ένα ρεαλιστικό σενάριο από την αρχή, αλλά μέχρι στιγμής δεν βλέπω ενδείξεις προετοιμασίας για χερσαία επιχείρηση εναντίον γειτονικών χωρών της Ρωσίας». Μπορεί όπως λέει η Ρωσία να διεξάγει υβριδικές επιθέσεις, αλλά «αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από μια απροκάλυπτη επίθεση εναντίον συγκεκριμένων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμη».
Τέλος υπογραμμίζει πως δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος αυτή τη στιγμή να φοβόμαστε τη χρήση πυρηνικών όπλων από πλευράς Ρωσίας. «Με άλλα λόγια, πρόκειται και πάλι για ζήτημα στρατιωτικής λογικής και στρατιωτικής αναγκαιότητας. Μέχρι στιγμής, δεν βλέπουμε τέτοιες ενδείξεις κατάρρευσης του ρωσικού στρατού».

