Οι δράκοι στο γκαράζ (μυαλό) μας και οι «ειδικοί του τίποτα»
του Σπύρου Μαυρολέων
Ζούμε σε μια εποχή που δεν λείπουν οι πληροφορίες. Λείπει κάτι πολύ πιο βασικό: η απόδειξη.
Κι όμως, ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσους πολλούς «ειδικούς» για τα πάντα.
Ο αστρονόμος και στοχαστής Carl Sagan περιέγραψε κάποτε ένα απλό, σχεδόν παιδικό παράδειγμα:
«Υπάρχει ένας δράκος στο γκαράζ μου. Δεν μπορείς να τον δεις γιατί είναι αόρατος. Δεν μπορείς να τον ακούσεις γιατί είναι σιωπηλός. Δεν μπορείς να τον αγγίξεις γιατί αιωρείται. Και δεν μπορείς να νιώσεις τη φωτιά του, γιατί είναι άκαυστη».
Η ερώτηση δεν είναι αν ο δράκος υπάρχει.
Η ερώτηση είναι: ποια η διαφορά ανάμεσα σε έναν τέτοιο δράκο και στο να μην υπάρχει κανένας δράκος;

Αυτό το παράδειγμα δεν μιλά για φανταστικά πλάσματα. Μιλά για τον τρόπο που λειτουργεί ο δημόσιος λόγος σήμερα.
Έχουμε γεμίσει ανθρώπους που διατυπώνουν απόλυτες θέσεις για την επιστήμη χωρίς να έχουν μελετήσει, για την ιατρική χωρίς να έχουν γνώση, για την πολιτική χωρίς ευθύνη, για την κοινωνία χωρίς επαφή με τα δεδομένα. Άνθρωποι που μιλούν για το πώς πρέπει να μεγαλώσεις το παιδί σου, πώς «λειτουργεί» ο ανθρώπινος οργανισμός, ποια είναι η «αλήθεια» πίσω από κάθε γεγονός — χωρίς καμία υποχρέωση να αποδείξουν τίποτα.
Και όταν τους ζητηθεί τεκμηρίωση, η απάντηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια:
«Απόδειξέ μου ότι δεν ισχύει».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πλάνη. Στη φιλοσοφία και στη λογική υπάρχει μια βασική αρχή: το βάρος της απόδειξης ανήκει σε αυτόν που κάνει τον ισχυρισμό. Δεν είναι υποχρέωση της κοινωνίας να διαψεύδει κάθε αυθαίρετη σκέψη που γεννήθηκε σε ένα κεφάλι.
Όπως το έθεσε ωμά ο Christopher Hitchens:
Ό,τι μπορεί να διατυπωθεί χωρίς αποδείξεις, μπορεί και να απορριφθεί χωρίς αποδείξεις.
Αν δεν ίσχυε αυτός ο κανόνας, θα ήμασταν καταδικασμένοι να ζούμε κυνηγώντας φαντάσματα. Να αποδεικνύουμε καθημερινά ότι δεν υπάρχει μια μυστική παγκόσμια συνωμοσία, ότι δεν κρύβονται «αλήθειες» παντού, ότι δεν είναι όλοι οι θεσμοί διεφθαρμένοι εκ φύσεως, ότι η επιστήμη δεν λειτουργεί με δοξασίες αλλά με δεδομένα.
Το πρόβλημα δεν είναι η διαφωνία. Ούτε η αμφισβήτηση. Αυτά είναι υγιή στοιχεία μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Το πρόβλημα είναι η σοφιστεία ντυμένη ως γνώση. Η βεβαιότητα χωρίς τεκμήρια. Η άποψη που απαιτεί σεβασμό απλώς και μόνο επειδή ειπώθηκε δυνατά.
Κυκλοφορεί κι ένα αστείο που περιγράφει τέλεια την εποχή μας.
«Τι δουλειά κάνεις;»
«Είμαι κυνηγός δράκων.»
«Μα δεν υπάρχουν δράκοι.»
«Ακριβώς. Ειδες τι καλή δουλειά κάνω — τους έχω σκοτώσει όλους.»
Κάπως έτσι λειτουργεί και μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου σήμερα. Δημιουργούμε φανταστικούς εχθρούς, ανύπαρκτες απειλές, αόρατες συνωμοσίες — και μετά αυτοανακηρυσσόμαστε σωτήρες επειδή τις “αντιμετωπίζουμε”.
Σε έναν κόσμο γεμάτο δράκους που κατοικούν πια όχι σε γκαράζ αλλά σε μυαλά, υπάρχει μόνο μία ερώτηση που αξίζει να επαναλαμβάνουμε:
Μπορείς να μου το δείξεις;

