Υπάρχει κάτι βαθιά παράδοξο στον τρόπο που συζητάμε σήμερα για την αριστεία. Την επικαλούμαστε διαρκώς, τη σηκώνουμε σαν σημαία, τη μετατρέπουμε σε κριτήριο για τα πάντα, από την εκπαίδευση μέχρι την πολιτική. Στην «αναβαθμισμένη» εκδοχή της χώρας, την περίφημη Ελλάδα 2.0, η αριστεία δεν είναι απλώς στόχος. Είναι σχεδόν branding.
Του Βασίλη Σπαντούρου
Μόνο που όσο περισσότερο τη διαφημίζουμε, τόσο περισσότερο ξεθωριάζει το περιεχόμενό της.
Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Στην Ελλάδα, η πρόσβαση στο πανεπιστήμιο παραμένει μια εξαντλητική διαδικασία. Οικογένειες που σηκώνουν βάρη δυσανάλογα των δυνατοτήτων τους. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα, μετακινήσεις, ενοίκια. Μια παραπαιδεία που δεν είναι επιλογή αλλά υποχρέωση. Και όλα αυτά για να περάσει ένα παιδί μέσα από ένα σύστημα εισαγωγής που δύσκολα μπορεί να το πει κανείς σύγχρονο.
Κι όταν περάσει; Η πίεση δεν τελειώνει. Χρονικά όρια, απειλές διαγραφών, μια συνεχής απαίτηση απόδειξης. Σαν να μην αρκεί ότι μπήκες, πρέπει να αποδεικνύεις καθημερινά ότι αξίζεις να μείνεις. Και εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Ποιοι είναι αυτοί που μιλούν πιο δυνατά για «αριστεία»;
Όχι όλοι. Υπάρχουν άνθρωποι που σπούδασαν, που δοκιμάστηκαν, που κουβαλούν πραγματική διαδρομή. Αυτοί δεν χρειάζονται ταμπέλες η πορεία τους μιλάει από μόνη της.
Υπάρχει όμως και μια μεγάλη μερίδα «αρίστων». Με εισαγωγικά. Εκείνοι που εμφανίζονται έτοιμοι, με βιογραφικά γεμάτα, τίτλους πολλούς και χρόνο… ελαστικό. Σπουδές που χωράνε η μία μέσα στην άλλη, διαδρομές που δεν εξηγούνται εύκολα. Όχι όλοι, αλλά αρκετοί ώστε να γεννηθεί η απορία: Πότε πρόλαβαν;
Κι όμως, είναι αυτοί που συχνά κουνάνε το δάχτυλο. Που μιλούν για πειθαρχία, για κανόνες, για «καθάρισμα» του πανεπιστημίου.
Η περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη ήταν απλώς μια στιγμή που έσπασε η εικόνα. Ένας υφυπουργός που βρέθηκε στο επίκεντρο για τους τίτλους σπουδών του και τον τρόπο αξιοποίησής τους. Αρχικά άμυνα, μετά συγγνώμη, και στο τέλος παραίτηση «για να μην επιβαρύνεται η κυβέρνηση». Μια γνώριμη διαδρομή διαχείρισης. Σχεδόν… επαγγελματική.
Και την ίδια στιγμή, η καθαρίστρια από τον Βόλο βρέθηκε να “τρώει” φυλακή για έναν τίτλο που δήλωσε ψευδώς για να μπορέσει να δουλέψει. Δύο κόσμοι. Δύο μέτρα. Δύο πραγματικότητες.
Εδώ η αριστεία δεν είναι αξία. Είναι φίλτρο. Και μάλιστα επιλεκτικό.
Ίσως αξίζει να θυμηθούμε ότι στην αρχαία Ελλάδα, η αριστεία δεν ήταν κάτι που δήλωνες. Ήταν κάτι που σου αναγνώριζαν. Προέκυπτε μέσα από δοκιμασία, μέσα από σύγκριση, μέσα από κόπο. Δεν υπήρχε «αυτοανακηρυγμένος άριστος». Υπήρχε μόνο ο δοκιμασμένος.
Σήμερα, η λέξη μοιάζει να έχει αλλάξει νόημα. Δηλώνεται, επαναλαμβάνεται, διαφημίζεται. Και κάπου εκεί χάνει την αξία της. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Αλλά αρκεί μια μερίδα για να δημιουργήσει την εικόνα. Και αυτή η εικόνα είναι που τελικά ενοχλεί.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πρόβλημα δεν είναι αν υπάρχουν κανόνες. Το πρόβλημα είναι ποιος τους βάζει και από ποια διαδρομή.
Αλλά ίσως τελικά δεν έχει και τόση σημασία. Ίσως πρέπει απλώς να το αποδεχτούμε. Να τους ανεχτούμε… Γιατί όπως φαίνεται και προβάλλεται δεν υπάρχει κανένας ικανότερος.

