Ο Μαραθώνας έχει μια δική του γοητεία. Μια γοητεία που δεν την πιάνεις αμέσως· πρέπει πρώτα να σκοντάψεις σε ένα χαλασμένο παγκάκι, να ψάξεις μια ντουζιέρα που λειτουργεί σαν διακοσμητικό, να αναρωτηθείς αν οι κάδοι έχουν αποφασίσει να ζήσουν ελεύθεροι και ασυγκίνητοι. Μετά, ναι, τη βλέπεις. Είναι η γοητεία της εγκατάλειψης που έχει γίνει σχεδόν παράδοση.
Οι παραλίες έχουν αποκτήσει μια δική τους σοφία: «μην περιμένεις πολλά, θα απογοητευτείς λιγότερο». Το νερό τρέχει όπου θέλει, οι υποδομές θυμίζουν παλιές υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν ποτέ, και ο επισκέπτης μαθαίνει γρήγορα ότι εδώ το καλοκαίρι είναι DIY — κάν’ το μόνος σου.
Όσο για τις «παρεμβάσεις»… έχουν μια αισθητική που θα ζήλευε και ο πιο φιλόδοξος λάτρης του τσιμέντου. Μπορεί δέντρα να μην συναντάς, αλλά συναντάς γκρι. Πολύ γκρι. Γκρι που απλώνεται σαν να θέλει να σε πείσει ότι είναι χρώμα αισιοδοξίας. Και πεζοδρόμια. Πολλά πεζοδρόμια. Για να περπατάς άνετα μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι δεν έχεις πού να αφήσεις το αυτοκίνητο, άρα δεν θα περπατήσεις ποτέ.
Οι δρόμοι ανοίγουν και κλείνουν με μια ελαφρότητα που θυμίζει θερινό θέατρο: σήμερα έτσι, αύριο αλλιώς, κι όποιος βρει τη διαδρομή του κερδίζει. Οι επιχειρήσεις προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε μια καθημερινότητα που μοιάζει να σχεδιάστηκε από κάποιον που δεν έχει κατέβει ποτέ στην παραλία.
Κι όμως, κι αυτό είναι το πιο ποιητικό κομμάτι, υπάρχει μια ακατανόητη αυτοπεποίθηση. Μια άνεση. Μια διάθεση για πανηγύρια, γιορτές, φωτογραφίες, σαν να μην τρέχει τίποτα. Σαν να μην είναι ο ίδιος τόπος που έχει αφήσει την παρακμή να απλωθεί σαν θαλασσινή αρμύρα.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε χαμόγελα και τσιμέντο, γεννιέται η σκέψη που δεν λέγεται δυνατά: Ποιος φταίει; Ίσως κανείς. Ίσως όλοι. Ίσως απλώς ο Μαραθώνας έχει αποφασίσει ότι η εγκατάλειψη είναι το νέο του καλοκαιρινό concept.
ΕΧΕΤΛΑΙΟΣ

