Ας έχουμε τουλάχιστον τώρα, την επίγνωση ότι αυτό που βιώνουμε δεν είναι απλώς μια «κακή στιγμή» μας, αλλά η αναμέτρηση με τον πιο μύχιο, πυρήνα του δυτικού αποτυπώματος στον σύγχρονο κόσμο.
«Δεν είναι δυνατόν ογδόντα χρόνια, όπου ο δυτικός κόσμος μετά τις καταστροφές των δύο πολέμων προσπάθησε κάπως να βάλει κανόνες στη διεθνή τάξη των πραγμάτων, να πάνε χαμένα».
«Συγκρατημένη αισιοδοξία» είναι συνετή στάση: από τη μία δεν θέλεις να δημιουργήσεις ελπίδες αλλά, κι από την άλλη, δεν επιθυμείς κιόλας να προδικάσεις το κακό τέλος.
Φοβάμαι ωστόσο ότι ο συνομιλητής μου θα αναγκαστεί σύντομα να αναθεωρήσει, με όσα έχουν έκτοτε μεσολαβήσει. Διότι, φαίνεται πως μια χαρά δυνατόν είναι ογδόντα χρόνια μετά η Δύση να χαλάσει το μεταπολεμικό κεκτημένο ενός κόσμου με στοιχειώδεις κανόνες.
Δεν χρειάζεται να πάει στο άγνωστο ή σε αχαρτογράφητα νερά. Όσο κι αν στις μέρες μας, φαίνεται πως οδεύουμε προς το επικίνδυνο καινούργιο status ενός κόσμου στην αταξία, ο προορισμός μόνο νέος δεν είναι. Εκεί που σχεδόν πάντα είμαστε ως τα μέσα του 20ού αιώνα φαίνεται να πηγαίνουμε. Κι ας κάναμε πως το ξεχάσαμε.
Η Δύση φαίνεται να επανέρχεται στο προπολεμικό default της. Σε έναν κόσμο χωρίς -–έστω κατ’επίφαση– κανόνες. Το απωθούμε αυτό το default, διότι με την ίδρυση του ΟΗΕ θεωρήσαμε ότι αλλάξαμε ανεπίστρεπτα σελίδα.
Όμως, φαίνεται πως αυτή η πεποίθηση ήταν η κατεξοχήν πλάνη ενός ανέφελου φιλελεύθερου ντετερμινισμού, που υπαγόρευε πως –βρέξει-χιονίσει– ο κόσμος είναι τρόπον τινά καταδικασμένος να πηγαίνει προς το καλύτερο. Κάπως έτσι θα έρχονταν και η πολυθρύλητη στιγμή του «τέλους της ιστορίας» που τόσο ανέφελα προδικάστηκε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου…
Όμως, οι ντετερμινισμοί είναι παγίδες. Όλοι. Ο θρησκευτικός χιλιασμός είναι η πεποίθηση ότι στο βάθος του ορίζοντα η ιστορία οδηγείται σε ένα συγκεκριμένο τέλος, την (κατά Ιωάννη) χιλιετή βασιλεία και την τελική κρίση.
Αυτή είναι η πρώτη κατεξοχήν μορφή εσχατολογίας που οικτρά διαψεύδεται. Ο κομμουνιστικός ντετερμινισμός, η πεποίθηση πως το βάθος του ουρανού είναι εξ ορισμού κόκκινο και sooner or later θα φτάσουμε στα χλοερά λιβάδια της αταξικής κοινωνίας διά της δικτατορίας του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού (ή άλλων σταδίων) είναι η δεύτερη κολοσσιαία διάψευση.
Ο δυτικός φιλελεύθερος ντετερμινισμός, η πεποίθηση δηλαδή ότι ένας αυτόματος πιλότος της ιστορίας μας έχει βαλμένους σε ένα σενάριο liberal happy end αποτελεί την τελευταία οικτρή διάψευση των εποχών μας.
Σχεδόν όλοι οι Δυτικοί διαψεύδονται πανηγυρικά. Πρώτα οι χριστιανοί, μετά οι κομμουνιστές και τέλος, οι φιλελεύθεροι βλέπουν τις αφηγήσεις να συνθλίβονται στέκοντας ενεοί ενώπιον της θύελλας που έχει πλέον ξεσπάσει.
Angelus novus
Μια θύελλα που, καλοπροαίρετα πλην όμως μάλλον αφελώς, κάποιοι από τους φιλελεύθερους ταγούς της εποχής θεωρούν μονοσήμαντα μια βάρβαρη και τρελή οπισθοδρόμηση από τα κεκτημένα της διεθνούς τάξης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις αρχές του 1940, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, στο κύκνειο και πιο διάσημο άσμα του (Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας) έγραφε ότι «η θύελλα είναι ό,τι εμείς αποκαλούμε πρόοδο». Η φράση αυτή έκτοτε αποτελεί την πιο καταλυτική κριτική της ιδέας της προόδου που κυριάρχησε στη νεωτερικότητα.
Την στιγμή που ξεκινά ο Δεύτερος Παγκόσμιος και λίγους μήνες πριν την αυτοκτονία του για να γλιτώσει από τους Ναζί, ο Μπένγιαμιν δεν βλέπει στο φασισμό και τον ναζισμό μια παράλογη ολίσθηση στον πρωτογονισμό, όπως πολλοί θεωρούσαν τότε ή ακόμη περισσότεροι βλέπουν σήμερα ενώπιον του πολιτικού σωματότυπου του νυν Αμερικάνου προέδρου.
Μπροστά στη διφυή φύση του Angelus Novus, αυτού του τόσο επιδραστικού πίνακα του Paul Klee, ο Μπένγιαμιν απομαγεύει το κατεξοχήν τοτέμ του δυτικού πολιτισμού. Αυτό που λέμε «πρόοδος» είναι στην πραγματικότητα μια τυφλή δύναμη που παρασύρει τα πάντα, αφήνει πίσω της ερείπια – πολέμους, καταπίεση, θύματα.
Η πρόοδος ποτέ δεν επιτρέπει πραγματική διόρθωση του παρελθόντος. Από το παρελθόν δεν μαθαίνουμε. Αν αυτό συνέβαινε θα είμαστε ήδη εδραιωμένα ωριμότεροι. Κι όμως δεν είμαστε, ούτε ποτέ θα γίνουμε.
Αν ο Καντ έγραψε ότι «διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία είναι ο ίδιος υπεύθυνος», ο Μπένγιαμιν θα του αντέτεινε πειστικά ότι «διαφωτισμός είναι η διαρκώς ματαιωμένη και άρα αδύνατη προσπάθεια για έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητά του».
Αυτή την παράδοξη «πρόοδο» λοιπόν βιώνουμε σήμερα. Καμία απολύτως τρέλα. Μια βίαιη, σωρευτική καταστροφή ενός «αγγέλου της ιστορίας» που κοιτάζει προς το παρελθόν μέσα από μια ατελείωτη αλυσίδα καταστροφών με κάποια μικρά ή μεσαία διαλείμματα.
Ένα τέτοιο διάλειμμα λοιπόν, η Δύση κατάφερε – όπως κατάφερε – να αντέξει από τα μέσα του 20ού ως τις αρχές του 21ου αιώνα. Εφεξής όμως επανέρχεται στις δικές της εργοστασιακές ρυθμίσεις μέσα από μια θύελλα που μας σπρώχνει βίαια προς το μέλλον κοιτώντας παράλληλα το παρελθόν.
Το παρελθόν όπου η απροσχημάτιστη βία, ο δολοφονικός ρατσισμός και εθνικισμός, ναζισμός, φασισμός, αντισημιτισμός και κάθε μισαλλοδοξία, η πεποίθηση ότι οι άλλοι είναι εξ ορισμού κατώτεροι, πατριαρχία, σεξισμός και όλες αυτές οι στυγερές ιδεολογίες που χαρακτηρίζουν με ιστορικά υπαρξιακό τρόπο την Δύση, απλώς επανεμφανίζουν την βουλιμική ορμή τους.
Μια ορμή που θεωρήσαμε τιθασευμένη εξαιτίας των καταστροφών που επέφερε στην οικουμένη με τους δύο παγκοσμίους πολέμους, την αποικιοκρατία, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις παντού και άλλων βάρβαρων πρακτικών.
«Δεν θέλουμε συμμάχους αλυσοδεμένους στις ενοχές τους για υποτιθέμενες αμαρτίες». Έτσι ζήτησε ο Μάρκο Ρούμπιο στους Ευρωπαίους στο Μόναχο. Αυτές οι ενοχές είναι όμως που έκαναν κάπως συνετότερη τη δυτική Δεξιά στο δεύτερο μισό του 20ού. Δεν το άντεξε στο τέλος. Και τώρα βιώνουμε την ολική επαναφορά της στις προπολεμικές συντεταγμένες της.
Ας μη γελιόμαστε: αυτοί είμαστε. Αυτή είναι η Δύση. Βεβαίως, δεν είναι μόνο αυτή. Έχει και τις μεγαλειώδεις στιγμές στην περιπέτεια της ανθρώπινης χειραφέτησης. Αυτές για τις οποίες έχουμε κάθε λόγο να είμαστε περήφανοι και να περιφρουρούμε. Κι εκείνες δικαιούνται μια περίοπτη θέση στο περίγραμμά της.
Όμως δεν είναι φρόνιμο να προσποιούμαστε ότι το κακό πρόσωπο του δυτικού Ιανού είχε εξαφανιστεί, ξορκίζοντάς το. Η σκοτεινή πλευρά του δυτικού φεγγαριού ήταν και είναι πάντα εδώ.
Πλανηθήκαμε λοιπόν. Ας έχουμε τουλάχιστον τώρα, πλοηγώντας στη νέα θύελλα, την επίγνωση ότι αυτό που βιώνουμε δεν είναι απλώς μια «κακή στιγμή» μας, αλλά η αναμέτρηση με τον πιο μύχιο, σκληρότερο και σκοτεινότερο πυρήνα του δυτικού αποτυπώματος στον σύγχρονο κόσμο.
Μόνο έτσι μπορούμε να αναμετρηθούμε μαζί του.

