Η πρόταση που κατέθεσε η ΝΔ εντυπωσίασε με τη φιλοδοξία της. Δεν είναι μικρό πράγμα να θες να αλλάξεις καθοριστικές πλευρές του θεσμικού πλαισίου της χώρας, από το εκλογικό σύστημα και τα ασυμβίβαστα εκλογής, μέχρι τα ιδιωτικά ΑΕΙ, την ποινική ευθύνη των υπουργών, το ποια κόμματα δικαιούνται να συμμετέχουν στις εκλογές, για να μην αναφερθώ στην επιλογή να «συνταγματοποιηθεί» η… μεταφορά συντελεστή δόμησης (ίσως γιατί, όπως λέει και ο Ζωρζ Πιλαλί, «την μπετονιέρα μην κατηγοράς, αυτή σου δίνει για να φας»).
Η φιλοδοξία δεν είναι κακό πράγμα. Όπως κινητοποιεί τα άτομα να πετύχουν τους στόχους τους, έτσι μπορεί και να κινητοποιήσει μια παράταξη ή ένα πολιτικό κόμμα. Αρκεί βέβαια η παράταξη αυτή να έχει επίγνωση του πραγματικού συσχετισμού δύναμης.
Και εδώ έχουμε το πρώτο σοβαρό πρόβλημα με την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μια εξαιρετικά φιλόδοξη πρόταση που ουσιαστικά αλλάζει κρίσιμες πλευρές του πολιτεύματος και που μετασχηματίζει τους όρους της πολιτικής διαδικασίας στη χώρα, κατατίθεται από μια κυβέρνηση που είναι σε αποδρομή και από ένα κόμμα που αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν ότι θα αγκομαχήσει για να φτάσει το 25% όταν γίνουν εκλογές.
Οπότε είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για πολιτική στρατηγική ή πολιτική φιλοδοξία, αλλά για εντυπωσιακή πολιτική αλαζονεία. Ιδίως όταν αυτή η πρόταση στην πραγματικότητα δεν είναι αποτέλεσμα ούτε διαλόγου, ούτε κάποιας ευρύτερης διεργασίας μέσα στην κοινωνία, αλλά απλώς του πολιτικού υπολογισμού της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει τη συνταγματική αναθεώρηση για να χειραγωγήσει την πολιτική συζήτηση και να διατηρήσει την αυταπάτη ότι «ελέγχει την ατζέντα» και είναι αυτή που θέτει τα ερωτήματα που καλούνται τα υπόλοιπα κόμματα να απαντήσουν. Με αποτέλεσμα η διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος ως ουσιαστική συζήτηση και αναμέτρηση με το εάν και που χρειάζεται διορθώσεις ο «καταστατικός χάρτης» της Ελληνικής Δημοκρατίας να απαξιώνεται και να γίνεται άλλο ένα πεδίο προεκλογικών χειρισμών και τερτιπιών. Κάτι που, με τη σειρά του, απλώς υπογραμμίζει την ουσιαστική περιφρόνηση των θεσμών που χαρακτηρίζει αυτή την κυβέρνηση.
Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι πολλές από τις προτάσεις που περιλαμβάνει αυτή η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος στην πραγματικότητα αποτυπώνουν και μια κρυφή φαντασίωση: την εξασφάλιση ενός συνταγματικού πλαισίου που θα επέτρεπε στη Νέα Δημοκρατία να παραμένει στην εξουσία ακόμη και με τα σημερινά της ποσοστά. Ενδεικτικές εδώ οι προτάσεις για την ενσωμάτωση του εκλογικού νόμου στο Σύνταγμα ή οι προτάσεις για το εάν και πώς θα επέτρεπε σε κόμματα να συμμετέχουν στις εκλογές. Όσο για τις προτάσεις που κάνει για τις αλλαγές στην αντιμετώπιση των ποινικών ευθυνών των υπουργών, δεν παραπέμπουν τόσο στην απόδοση δικαιοσύνης όσο μάλλον στην εξασφάλιση ότι πάντα θα υπάρχει μια «διάταξη Τζαβέλλα» να εξασφαλίσει ατιμωρησία για τους υπουργούς. Με τον ίδιο τρόπο που για τις Ανεξάρτητες Αρχές η πρεμούρα είναι ακριβώς να εξασφαλίζεται ότι θα μπορεί η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία να επιλέγει βολικές υποψηφιότητες και να μην βρίσκεται αντιμέτωπη με προσωπικότητες όπως ο Χρ. Ράμμος που θα θέλουν να σταθούν στο ύψος της ευθύνης που τους αναλογεί.
Και βέβαια η πρόταση αυτή δεν παύει να αναπαράγει τις γνωστές νεοφιλελεύθερες εμμονές της κυβέρνησης. Η πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν γίνεται με το κριτήριο να υπάρξει ένα αυστηρό πλαίσιο που να μην οδηγεί στην απαξίωση των δημόσιων πανεπιστημίων και ταυτόχρονα να διευκολύνει την ίδρυση σοβαρών και αξιόπιστων ιδρυμάτων με αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια. Γίνεται για να αποκτήσει και «συνταγματική σφραγίδα» το απαράδεκτο καθεστώς που έφερε η Νέα Δημοκρατία και οδήγησε στη νομιμοποίηση των ιδιωτικών σουπερμάρκετ πτυχίων που θέλουν τα διάφορα funds. Όσο για την κατάργηση της «μονιμότητας» των δημοσίων υπαλλήλων, αυτή έρχεται απλώς ως επικύρωση μιας πολιτικής που συστηματικά υπονομεύει το δημόσιο αλλά και τους ανθρώπους που μοχθούν σε αυτό και με βασικό κριτήριο να τροφοδοτήσει έναν κοινωνικό αυτοματισμό απέναντι στους υποτίθεται «τεμπέληδες» δημοσίους υπαλλήλους.
Όσο για τους Προέδρους της Δημοκρατίας «μίας χρήσης», έστω και εξαετούς, το πώς αντιμετωπίζει τον θεσμό η Νέα Δημοκρατία το απέδειξε με την εκλογή ενός ενεργού κομματικού στελέχους, που το μόνο που έχει καταφέρει είναι να έχει εξαιρετικά χαμηλή δημοφιλία που καθόλου δεν συνάδει με την ευρεία αποδοχή που πρέπει να έχει το κορυφαίο αυτό αξίωμα.
Σε τελική ανάλυση την – ανύπαρκτη – θεσμικότητά της η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας την απέδειξε με τον τρόπο που αρνήθηκε να αναλάβει την πραγματική ευθύνη για το τεράστιο σκάνδαλο των υποκλοπών, που εκθέτει διεθνώς τη χώρα αλλά και με το πώς μεθοδεύει την ατιμωρησία των στελεχών της για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοφανούς απαξίωσης από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δηλαδή ενός ευρωπαϊκού θεσμού.
Όμως, το ερώτημα παραμένει. Η κυβέρνηση ξέρει ότι το κλίμα με την αντιπολίτευση είναι ιδιαίτερα συγκρουσιακό. Πολύ δύσκολα θα συγκεντρώσει συναίνεση ώστε κάποια άρθρα να πάνε στην επόμενη Βουλή με την αυξημένη πλειοψηφία που θα επιτρέψει στην Αναθεωρητική Βουλή να τα τροποποιήσει με την «απλή» απόλυτη πλειοψηφία. Είναι πολύ πιθανό αυτή η Αναθεώρηση να μείνει «στα χαρτιά». Γιατί επομένως το κάνει;
Μία απάντηση, που σίγουρα έχει βάση, είναι ότι το κάνει για λόγους πολιτικής επικοινωνίας. Σε μια δύσκολη περίοδο, όπου είναι στο στόχαστρο της κοινωνίας πρωτίστως για την έκρηξη της ακρίβειας, θέλει να δείξει ότι επιλέγει τη «φυγή προς τα εμπρός» έστω και σε σχέση με τα ζητήματα που αφορούν τους θεσμούς και έτσι να κερδίσει στη δημόσια σφαίρα κάποιους επικοινωνιακούς πόντους, εκμεταλλευόμενη και το φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα που έχει διαμορφώσει, πρωτίστως μέσω της επιλεκτικής κυβερνητικής διαφήμισης και δαπάνης.
Όμως, αυτή η απάντηση δεν αρκεί. Υπάρχει και ένας πιο κυνικός υπολογισμός. Εδώ και καιρό η κυβέρνηση προσπαθεί να περάσει το μήνυμα ότι η Νέα Δημοκρατία είναι το μόνο κόμμα εξουσίας στη χώρα και πως – όπως επίμονα υπογραμμίζουν οι φιλοκυβερνητικοί «διαμορφωτές κοινής γνώμης» – οποιαδήποτε άλλη επιλογή θα σήμαινε «περιπέτειες» για τη χώρα και επιστροφή στο «2015». Επιμένοντας σε μια τέτοια αλαζονική πρόταση αναθεώρησης ουσιαστικά θέλει να στείλει μήνυμα πώς ό,τι και να γίνει θα παραμείνει στην εξουσία και θα συνεχίσει το «έργο» της. Με σκοπό είτε να βρει (ή ακόμη και να «εκβιάσει») πρόθυμα «δεκανίκια» που θα της δώσουν κοινοβουλευτική στήριξη, είτε πολύ απλά να αποθαρρύνει τους πολίτες που θέλουν να δουν να αλλάζουν τα πράγματα από το να πάνε να ψηφίσουν. Και άρα σε ένα απομειωμένο εκλογικό σώμα να κερδίσει.
Μόνο που στην πράξη τίποτα από όλα αυτά δεν θα γίνει. Ούτε «προθύμους» θα βρει αυτή η κυβέρνηση ούτε πρόκειται τα αποτελέσματα των εκλογών να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις «πέτσινες» δημοσκοπήσεις που προβάλλει εσχάτως. Αντιθέτως όταν έρθει η ώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με την πραγματική καταδικαστική λαϊκή ετυμηγορία που θα οδηγήσει σε έναν νέο πολιτικό συσχετισμό και συνθήκες που θα επιτρέψουν να γίνει με όρους σοβαρότητας και ουσιαστικής δημοκρατικής νομιμοποίησης η συζήτηση για το τι πρέπει και τι όχι να αλλάξει στο Σύνταγμα.
Γιατί η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι ούτε φάση του προεκλογικού αγώνα, ούτε πλευρά της πολιτικής επικοινωνίας. Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι η θεσμική στιγμή όπου στη βάση της εμπειρίας και με βάση ευρύτερη συζήτηση και πρωτίστως συναίνεση εξετάζουμε πώς θα κάνουμε την δημοκρατία μας καλύτερη, τη δικαιοσύνη αμερόληπτη, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ισχυρότερη, το κράτος πιο αποτελεσματικό και φιλικό προς τους πολίτες. Και όλα αυτά η Νέα Δημοκρατία, αποδεδειγμένα, δεν μπορεί να τα εξασφαλίσει.
in.gr

