Στην αρχή, πολλοί πίστεψαν ότι η διαφορά που κάνει ο Στέφανος Κασσελάκης εντοπίζεται στην εικόνα. Άλλη ηλικία, άλλο ”λουκ”, άλλη γλώσσα (με κάμποσα λάθη, πολλά εκ των οποίων παρεξηγήσιμα, είναι η αλήθεια), άλλες πρακτικές στην επικοινωνία και απέναντι στα ΜΜΕ.
Σε δεύτερο χρόνο, οι περισσότεροι κατάλαβαν ότι ο Κασσελάκης εφαρμόζει στην πράξη τη θεωρία του Μάρσαλ Μακ Λούαν. Είναι o πιο διάσημος τεχνολογικός ντετερμινιστής στη θεωρία των μέσων και ο άνθρωπος που διατύπωσε πρώτος, σε μία διάλεξη το 1977, τη φράση «το μέσο είναι το μήνυμα». Χωρίς να προσφέρει ως άμεσα διαθέσιμο ένα συγκεκριμένο και καταγεγραμμένο πολιτικό περιεχόμενο, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να επικαλείται ως απάντηση σε κάθε αμφισβήτητη την ισχύ που αντλεί από όσους τον υποστήριξαν και από το γεγονός ότι η πλειοψηφία τον εξέλεξε, αδιαφορώντας πρακτικά για κάθε αντίλογο, κάθε αμφισβήτηση, κάθε φωνή κριτικής. Αλλά και για κάθε αντεπιχείρημα, για κάθε διαφορετική φωνή (διαγράφει με μεγάλη ευκολία και ταχύτητα, από βουλευτές και στελέχη μέχρι δημοσιογράφους των ΜΜΕ που ελέγχει το κόμμα του).
Κι ερχόμαστε στον «τρίτο χρόνο». Έχοντας ήδη διαμορφώσει μία εικόνα διαρκούς σύγκρουσης για τα πάντα με τον «μεγάλο πολιτικό αντίπαλο» (βλέπε κυβέρνηση), αλλά και αφού συγκρούστηκε ανοιχτά σε ένα δεύτερο μέτωπο – εντός του ΣΥΡΙΖΑ με όσα στελέχη αμφισβητούν το μοντέλο που εφαρμόζει – τώρα ανοίγει τρίτο μέτωπο. Αυτή τη φορά με το παρελθόν και με το μοναδικό κυβερνητικό αφήγημα που έχει να παρουσιάσει η Αριστερά στην Ελλάδα.
Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα φέρει, εκ των πραγμάτων, όχι μόνο την υπογραφή του Ευκλείδη Τσακαλώτου και των υπουργών που συνυπηρέτησαν στην κυβέρνηση Τσίπρα, αλλά και του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού και κοινά αποδεκτού «ιστορικού ηγέτη» του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν ξέρω αν είναι διατεθειμένος να πιάσει κάτι τέτοιο στα χέρια του. Αυτό που βλέπω, όμως, είναι ότι πετώντας μακριά το «μαξιλάρι» πήρε σβάρνα αρκετούς.
Τα ανθρώπινα – ενδεχομένως και τα πολιτικά – αντανακλαστικά συνήθως λειτουργούν ως εξής: Μου πέταξες ένα μαξιλάρι, θα σου το γυρίσω πίσω.
Και, εάν μεν ο «μαξιλαροπόλεμος» γίνεται με όρους αθώου παιχνιδιού και ψυχαγωγίας, έχει καλώς. Εάν, όμως, μετατρέπεται σε μέσο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ άσπονδων εσωκομματικών αντιπάλων, τότε αργά ή γρήγορα η σύνθετη λέξη θα σπάσει στα δύο συνθετικά της: Μαξιλάρι + πόλεμος.

