Για χρόνια το πολιτικό έργο παιζόταν σχεδόν χωρίς αντίπαλο.
«Μητσοτάκης ή χάος».
Από τη μία ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η «σταθερότητα», η «αριστεία», οι «μεταρρυθμίσεις», η «σοβαρή χώρα» και η κυβέρνηση που, σύμφωνα με το αφήγημά της, μας προστατεύει από κάθε πιθανή καταστροφή.
Από την άλλη; Το χάος.
Περίπου αυτό ήταν το έργο.
Μόνο που το έργο έχει αρχίσει να κουράζει και, κυρίως, η αίθουσα δεν είναι πια γεμάτη όπως παλιά.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη. Κανείς σοβαρός δεν μπορεί να ισχυριστεί το αντίθετο. Εκείνο όμως που κάποτε έμοιαζε αδιανόητο έχει ήδη εμφανιστεί στις δημοσκοπήσεις: σε συγκεκριμένες μετρήσεις η διαφορά της ΝΔ από την ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα έχει περάσει σε μονοψήφιο αριθμό.
Και αυτό πολιτικά σημαίνει πολλά περισσότερα από μερικές μονάδες πάνω ή κάτω.
Σημαίνει ότι το «δεν υπάρχει αντίπαλος» τελειώνει.
Η ΕΛ.Α.Σ. ανεβαίνει και έχει εγκατασταθεί ως ισχυρός δεύτερος πόλος σε αρκετές μετρήσεις. Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε στο παιχνίδι και πλέον δεν αντιμετωπίζεται σαν μια ιστορία από το παρελθόν, αλλά σαν παράγοντας της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Και την ίδια ώρα υπάρχει και το ΠΑΣΟΚ.
Ένα ΠΑΣΟΚ που μπορεί να μην έχει πετύχει μέχρι σήμερα τη δημοσκοπική έκρηξη που περίμεναν αρκετοί, αλλά επιχειρεί πλέον κάτι διαφορετικό: να βάλει πρόγραμμα πάνω στο τραπέζι και να πει «αυτά θα κάνω αν κυβερνήσω».
Ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσιάζει τα επτά πρώτα μεγάλα νομοσχέδια που δεσμεύεται ότι θα φέρει μέσα στο πρώτο εξάμηνο μιας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ.
Ακρίβεια και αγορά. Εργασία και μισθοί. Παραγωγή και επενδύσεις. Ιδιωτικό χρέος. Στέγη, οικογένεια και δημογραφικό. Δημόσια Υγεία και Παιδεία. Αξιοκρατία και λογοδοσία στο κράτος.
Συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί, υπάρχει πλέον κάτι συγκεκριμένο να συζητήσει.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα για το Μαξίμου.
Γιατί επί χρόνια το ισχυρότερο όπλο της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν μόνο ο ίδιος ο Μητσοτάκης.
Ήταν η απουσία εναλλακτικής.
«Δεν σας αρέσουμε; Ποιον θα βάλετε;»
Αυτό το ερώτημα κέρδισε ίσως περισσότερες ψήφους από οποιαδήποτε προεκλογική υπόσχεση.
Μόνο που τώρα ο πολίτης αρχίζει να έχει περισσότερες απαντήσεις.
Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί τώρα πρέπει να εξηγήσεις στον δημόσιο υπάλληλο γιατί πρέπει να σε ξαναψηφίσει.
Πρέπει να εξηγήσεις στον συνταξιούχο.
Στον μικρομεσαίο.
Στον νέο που ψάχνει σπίτι και βλέπει το μισό εισόδημά του να εξαφανίζεται στο ενοίκιο.
Στην οικογένεια που μπαίνει στο σούπερ μάρκετ και βγαίνει με δύο σακούλες και έναν μικρό οικονομικό απολογισμό καταστροφής.
Πρέπει να τους πεις ξανά γιατί μόνο εσύ μπορείς να τους σώσεις.
Από ποιον αυτή τη φορά;
Από τον Τσίπρα;
Από το ΠΑΣΟΚ;
Από τους Τούρκους;
Από τον πόλεμο;
Από την αστάθεια;
Από τις αγορές;
Από το χάος;
Κάπου όμως, ύστερα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, έρχεται η στιγμή που δεν μπορείς να κυβερνάς μόνο με το τι θα συμβεί αν φύγεις.
Πρέπει να απαντήσεις και τι συνέβη όσο ήσουν εδώ.
Και εκεί ο λογαριασμός γίνεται δυσκολότερος.
Ακρίβεια, στεγαστικό, καθημερινότητα, δημόσια Υγεία, λειτουργία του κράτους, πραγματική αγοραστική δύναμη. Αυτά δεν αντιμετωπίζονται πλέον με ένα «παραλάβαμε χάος» ούτε με μια σύγκριση με το 2015.
Για έναν πολύ απλό λόγο:
Το 2015 ήταν πριν από δώδεκα χρόνια όταν θα στηθούν οι κάλπες του 2027.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πάει στις επόμενες εκλογές έχοντας ο ίδιος συμπληρώσει σχεδόν οκτώ χρόνια πρωθυπουργός.
Άρα κάποια στιγμή τελειώνει και το «φταίνε οι προηγούμενοι».
Είσαι πλέον εσύ ο προηγούμενος.
Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας.
Όχι ότι έχασε ήδη τις εκλογές. Κάθε άλλο. Παραμένει πρώτο κόμμα και ο Μητσοτάκης παραμένει ο άνθρωπος που όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να νικήσουν.
Αλλά για πρώτη φορά εδώ και χρόνια δεν μοιάζει ανίκητος.
Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Γιατί οι κυβερνήσεις συνήθως αρχίζουν πραγματικά να κινδυνεύουν όχι όταν εμφανίζεται απλώς ένας αντίπαλος, αλλά όταν ο κόσμος αρχίζει να πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξει και επόμενη μέρα χωρίς αυτές.
Αυτό ακριβώς αρχίζει να συμβαίνει.
Ο Τσίπρας πιέζει από τη μία. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να παρουσιάσει κυβερνητική πρόταση από την άλλη. Η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει και η Νέα Δημοκρατία καλείται πλέον να υπερασπιστεί όχι μια υπόσχεση, αλλά οκτώ χρόνια εξουσίας.
Και τότε το παλιό σύνθημα αρχίζει να ακούγεται διαφορετικά.
«Μητσοτάκης ή χάος».
Μόνο που τώρα όλο και περισσότεροι μπορεί να απαντούν:
«Εντάξει. Το ακούσαμε. Κάτι άλλο έχετε;»
Οι εκλογές δεν έχουν κριθεί. Ούτε καν πλησιάσαμε ακόμη στην κάλπη ώστε να μιλά κανείς σοβαρά για βέβαιο νικητή.
Αλλά ένα πράγμα φαίνεται ότι έχει ήδη τελειώσει:
η εποχή της πολιτικής παντοδυναμίας.
Το «Κούλης ή χάος» δεν τρομάζει όπως παλιά.
Το παραμύθι τελειώνει.
Και στο Μαξίμου, ύστερα από πολλά χρόνια που κοίταζαν μόνο μπροστά, έχουν πλέον έναν πολύ καλό λόγο να αρχίσουν να κοιτάζουν και πίσω τους.

