Κλιμάκωση στο Ιράν – Συναγερμός στην Ευρώπη: Τρομοκρατικός Κίνδυνος και Νέα Μεταναστευτικά Κύματα στα Σύνορα της Ελλάδας
Aρθρογράφος:
Μαρία Βυτινίδου
Chemist B. Sc., M Sc., MBA, ΜΑ in Terrorism, International Crime & Global Security
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ σηματοδοτεί μια νέα φάση γεωπολιτικής αστάθειας με άμεσες επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η πιθανότητα ενεργοποίησης ασύμμετρων απειλών δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον κινδύνων που δεν περιορίζεται πλέον στη Μέση Ανατολή, αλλά επεκτείνεται έως τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πολιτική Αστάθεια και Περιφερειακή Κλιμάκωση
Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ έχει εισέλθει σε μία νέα και εξαιρετικά επικίνδυνη φάση, με επιπτώσεις που δεν περιορίζονται πλέον στα περιφερειακά σύνορα της περιοχής αλλά επεκτείνονται άμεσα προς την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η φερόμενη στοχοποίηση της ανώτατης Iρανικής ηγεσίας και η έναρξη διαδικασιών διαδοχής στο εσωτερικό του καθεστώτος δημιουργούν ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής αστάθειας στην Τεχεράνη.
Η επιλογή της Iρανικής ηγεσίας να απαντήσει μέσω κλιμάκωσης φαίνεται να εδράζεται στη λογική άσκησης πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική διαδραματίζουν οι «Φρουροί της Επανάστασης», οι οποίοι αποτελούν τον βασικό στρατιωτικό και επιχειρησιακό μηχανισμό του καθεστώτος και διαθέτουν τη δυνατότητα ενεργοποίησης περιφερειακών δικτύων, παραστρατιωτικών ομάδων και πυρήνων τρομοκρατικών ενεργειών εκτός των συνόρων του Ιράν.

Ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη αποτελεί η ανακοίνωση από Ιρανικής πλευράς περί κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες παγκοσμίως, μέσω της οποίας διακινείται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου πετρελαίου και ποσότητας LNG. To μύνημα μέσω του ασυρμάτου τους εξέπεμψε πολύ συγκεκριμένο αυστηρό μήνυμα: «κανένα πλοίο δεν θα περάσει από τα Στενά του Ορμούζ». Ήδη η κατάσταση εξελίσσετε σε πολύ κρίσιμη καθώς χτυπήθηκαν τα πρώτα δεξαμενόπλοια, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει την ευαλωτότητα της ναυσιπλοϊας στην περιοχή. Οι αγορές δεν τιμολογούν μόνο την πραγματική προσφορά, αλλά και τον γεωπολιτικό κίνδυνο διατάραξης του εφοδιασμού. Σε περίπτωση παρατεταμένης έντασης ή στοχοποίησης δεξαμενόπλοιων και ενεργειακών υποδομών, το ενδεχόμενο σημαντικής αύξησης των τιμών του πετρελαίου καθίσταται ιδιαίτερα πιθανό, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος ενέργειας, στον πληθωρισμό και στη συνολική οικονομική σταθερότητα των ευρωπαϊκών κρατών. Για χώρες όπως η Ελλάδα, με υψηλό βαθμό ενεργειακής εξάρτησης από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες, μια τέτοια εξέλιξη μεταφράζεται σε άμεση πίεση στα νοικοκυριά, στο κόστος μεταφορών και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ενισχύοντας την ανάγκη προληπτικής πολιτικής ετοιμότητας.

Παράλληλα, η κρίση ενδέχεται να αποκτήσει και ασύμμετρα χαρακτηριστικά μέσω της ενεργοποίησης τρομοκρατικών δικτύων ή πυρήνων σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Πριν από τρία χρόνια, το Ιράν διέθετε ένα ευρύ δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και ένοπλων οργανώσεων, γνωστό ως «Άξονας της Αντίστασης», στο οποίο συμμετείχαν μεταξύ άλλων η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η Χαμάς στη Γάζα, οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, καθώς και σιιτικές πολιτοφυλακές σε Συρία και Ιράκ, υπό την πολιτικοστρατιωτική ομπρέλα της Τεχεράνης. Μέσω των Φρουρών της Επανάστασης και ειδικότερα της Δύναμης Quds, το Ιράν έχει κατηγορηθεί ότι παρείχε εκπαίδευση, εξοπλισμό και χρηματοδότηση σε οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι, ενισχύοντας την ικανότητά τους να διεξάγουν επιχειρήσεις κατά Ισραηλινών και δυτικών στόχων. Οι ίδιες αυτές δομές χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν για τη διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να δημιουργήσει έναν χερσαίο διάδρομο επιρροής έως τον Λίβανο. Υπό το πρίσμα της τρέχουσας κρίσης, δεν αποκλείεται η ενεργοποίηση τέτοιων δικτύων ή «υπόγειων» πυρήνων ως μέσο ασύμμετρης πίεσης προς δυτικά συμφέροντα, ιδίως εφόσον η στρατιωτική αντιπαράθεση μετατοπιστεί από το συμβατικό στο υβριδικό επίπεδο.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Τουρκίας. Σε πρόσφατη δημόσια τοποθέτησή του, ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε ως παραβίαση της κυριαρχίας του Ιράν τα πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, εκφράζοντας παράλληλα ανησυχία για τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης της περιοχής. Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα έκρινε ως απαράδεκτες και τις επιθέσεις της Τεχεράνης κατά κρατών του Κόλπου, δηλώνοντας ότι δεν υποστηρίζει καμία πλευρά και ότι δεν θα επιτρέψει τη χρήση του εδάφους ή των στρατιωτικών της υποδομών στο πλαίσιο της σύγκρουσης. Η στάση αυτή αποτυπώνει τον διττό ρόλο της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ γεωπολιτικών ανταγωνισμών, προσαρμόζοντας τη ρητορική και τις κινήσεις της στα εκάστοτε στρατηγικά της συμφέροντα.
Ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις στρατιωτικών αναλυτών, η απουσία εκτεταμένης χερσαίας επιχείρησης καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη ουσιαστικής αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν, καθώς οι στοχευμένες ή αεροπορικές επιχειρήσεις σπανίως επαρκούν για την ανατροπή εδραιωμένων πολιτικών και στρατιωτικών δομών εξουσίας χωρίς παράλληλη επίγεια εμπλοκή.

Η Θέση της Ελληνικής Λύσης για την Αποτρεπτική Πολιτική
Υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και της αυξανόμενης εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσο αντίστοιχες εγγυήσεις ασφάλειας θα μπορούσαν να παρασχεθούν στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την τουρκική απειλή και την παράνομη κατοχή στην Κύπρο.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκο Βελόπουλο, η Ελληνική εξωτερική πολιτική δεν θα πρέπει να προσανατολίζεται προς την άμεση εμπλοκή σε μια ενδεχόμενη περιφερειακή σύρραξη στη Μέση Ανατολή, αλλά να τοποθετείται υπέρ της ειρηνικής αποκλιμάκωσης. Η γεωστρατηγική σημασία Ελληνικών υποδομών, όπως οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη χώρα, ενδέχεται να καταστήσει την Ελλάδα δυνητικό στόχο σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη προσεκτικής στάθμισης των διπλωματικών επιλογών. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης το Ιράν αποτέλεσε βασικό ενεργειακό προμηθευτή της Ελλάδας, παρέχοντας πετρέλαιο με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους πίστωσης και χωρίς άμεση απαίτηση πληρωμής, συμβάλλοντας στην ενεργειακή επάρκεια της χώρας σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία. Η ιστορική αυτή διάσταση των ενεργειακών σχέσεων δεν μπορεί να αγνοείται κατά την αξιολόγηση των σημερινών γεωπολιτικών εξελίξεων, ιδίως σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της διατήρησης στρατηγικών συνεργασιών, όπως εκείνης με το Ισραήλ, και της ανάγκης αποφυγής εμπλοκής σε συγκρούσεις χωρίς άμεσο εθνικό όφελος.
Στο πλαίσιο αυτό, η χώρα οφείλει να αποφύγει την έκθεσή της σε κινδύνους έμμεσης εμπλοκής, που απορρέουν από τη γεωστρατηγική σημασία εγκαταστάσεων όπως η βάση της Σούδας, ιδίως σε συνθήκες όπου δεν υφίστανται σαφείς και δεσμευτικές εγγυήσεις εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ελλάδα για παροχή αμυντικής συνδρομής έναντι των τουρκικών απειλών.
Για την Ελλάδα, ως κράτος πρώτης γραμμής στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εξελίξεις αυτές μεταφράζονται σε αυξημένη ανάγκη ετοιμότητας. Η πιθανότητα νέων μεταναστευτικών ροών από ζώνες σύγκρουσης, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο διείσδυσης ριζοσπαστικοποιημένων στοιχείων, καθιστά αναγκαία την ενίσχυση των μηχανισμών συνοριακής επιτήρησης και ταυτοποίησης.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελληνική Λύση έχει υπογραμμίσει την ανάγκη υιοθέτησης μιας αποτρεπτικής μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία θα διασφαλίζει τον αυστηρό έλεγχο των παράνομων μεταναστευτικών ροών και θα αποτρέπει την εκμετάλλευση των μεταναστευτικών διαδρομών από εγκληματικά ή τρομοκρατικά δίκτυα.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ως ένα μακρινό γεωπολιτικό φαινόμενο. Η κλιμάκωση της κρίσης και η ενεργειακή αστάθεια καθιστούν επιτακτική την άμεση ενίσχυση των μηχανισμών εθνικής ασφάλειας και συνοριακής προστασίας, διασφαλίζοντας την εθνική κυριαρχία απέναντι σε νέες προκλήσεις που επεκτείνονται πλέον και εντός των ευρωπαϊκών συνόρων.

