Οι άνθρωποι αγαπούν πολύ το φως.
Όχι πάντοτε γιατί έμαθαν να το υπηρετούν.
Αλλά γιατί μέσα του φαίνονται καλύτερα.
Τους βλέπεις λοιπόν να περπατούν στις πλατείες με τον λαιμό ψηλά, να χαιρετούν τον ήλιο σαν παλιό τους γνώριμο, να μοιράζουν βεβαιότητες, χαμόγελα και μικρές αιωνιότητες.
Και γύρω τους όλα μοιάζουν τακτοποιημένα.
Η θάλασσα στη θέση της.
Τα δέντρα στη θέση τους.
Οι άνθρωποι στις θέσεις τους.
Και η αλήθεια, κάπου παραπίσω, να περιμένει.
Ώσπου έρχεται ένα λάθος.
Ένα από εκείνα τα μικρά στην αρχή, που κανείς δεν θέλει να ονομάσει.
Ύστερα μεγαλώνει.
Αποκτά σκιά.
Αποκτά βάρος.
Αποκτά ανθρώπους που το πληρώνουν.
Και τότε η περήφανη στρουθοκάμηλος, εκείνη που λίγο πριν χώρεσε ολόκληρο τον ουρανό στο βλέμμα της, βρίσκει ξαφνικά εξαιρετικά ενδιαφέρον το χώμα.
Σκύβει.
Λίγο ακόμη.
Και χώνει το κεφάλι βαθιά στη γη.
Τώρα όλα είναι ήσυχα.
Δεν υπάρχουν λάθη.
Δεν υπάρχουν φωνές.
Δεν υπάρχουν ευθύνες.
Υπάρχει μόνο λίγο χώμα γύρω από τα μάτια και η υπέροχη βεβαιότητα πως, αφού εκείνη δεν βλέπει τον κόσμο, ούτε ο κόσμος μπορεί να δει εκείνη.
Μόνο που έξω έχει ακόμη ήλιο.
Και στο φως φαίνονται όλα.
Φαίνεται το σώμα που έμεινε έξω από το χώμα.
Φαίνονται τα ίχνη.
Φαίνονται οι πράξεις.
Και περισσότερο απ’ όλα φαίνονται οι συνέπειες.
Γιατί οι συνέπειες δεν γνωρίζουν από στρουθοκαμήλους.
Δεν διαβάζουν ανακοινώσεις.
Δεν συγκινούνται από δικαιολογίες.
Δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος αποφάσισε να μη τις κοιτάζει.
Μένουν εκεί.
Σαν πέτρες μέσα στο καλοκαίρι.
Και περιμένουν.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο παράξενο με την εξουσία: πως ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει τόσο πολύ να τον κοιτούν, ώστε κάποτε να πιστέψει πως ό,τι δεν κοιτάζει ο ίδιος, παύει και να υπάρχει.
Μα ο ήλιος δεν έκανε ποτέ τέτοιες συμφωνίες.
Βγαίνει κάθε πρωί.
Και φωτίζει εξίσου
εκείνον που στέκεται όρθιος
κι εκείνον που έχει ακόμη
το κεφάλι του μέσα στο χώμα.
Υ.Γ. : Για την αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης, διευκρινίζεται ότι το παρόν πολιτικό πεζοποίημα αναφέρεται αποκλειστικά σε αρσενική ορεινή στρουθοκάμηλο.

