Σήμερα στο σούπερ μάρκετ δεν είδα απλώς μια μικρή σκηνή καθημερινής αγένειας. Είδα μια ολόκληρη εποχή συμπυκνωμένη σε λίγα λεπτά μπροστά από ένα ταμείο.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα προσπαθούσε αργά να βάλει τα πράγματά της στις σακούλες. Με εκείνες τις αργές κινήσεις που δεν είναι επιλογή, αλλά χρόνος που έχει περάσει πάνω στο σώμα. Και πίσω της, ένας κύριος γύρω στα εξήντα κάτι, ανυπόμονος, εκνευρισμένος, σχεδόν εξαγριωμένος επειδή… καθυστερούσε.
Όχι, δεν προσφέρθηκε να βοηθήσει. Δεν άπλωσε το χέρι να βάλει δυο πράγματα στη σακούλα.
Δεν χαμογέλασε καν με εκείνη τη στοιχειώδη ανθρωπιά που κάνει τις κοινωνίες να μη μοιάζουν με αποθήκες προϊόντων. Την επέπληξε.
Γιατί σήμερα έχουμε πείσει τον εαυτό μας πως η μεγαλύτερη τραγωδία της ζωής είναι να χάσουμε τρία λεπτά στο ταμείο. Λες και μας περιμένει κάποιο σπουδαίο ιστορικό ραντεβού ακριβώς μετά τα απορρυπαντικά και τις ντομάτες.
Είναι παράξενο πάντως. Οι ίδιοι άνθρωποι που εξοργίζονται με μια γιαγιά που αργεί, μπορούν να περάσουν δύο ώρες χαζεύοντας βίντεο στο κινητό. Αλλά η καθυστέρηση τούς πειράζει μόνο όταν έχει ανθρώπινο πρόσωπο. Όταν τους αναγκάζει να θυμηθούν το γήρας, την αδυναμία, την εξάρτηση. Και κάπως έτσι, η κοινωνία της «ταχύτητας» κατάφερε το αδιανόητο: να θεωρεί πιο φυσιολογική την αγένεια από τη βοήθεια.
Παλιά, σε τέτοιες στιγμές, κάποιος θα έλεγε «δώστε μου τη σακούλα να σας βοηθήσω». Σήμερα λέμε «άντε τελειώνετε». Δεν χάσαμε απλώς την υπομονή μας. Χάσαμε την ικανότητα να βλέπουμε τον άλλον ως άνθρωπο και όχι ως εμπόδιο στη ροή της ημέρας μας.
Και το πιο ειρωνικό; Ο κύριος αυτός πιθανότατα δεν συνειδητοποιεί ότι σε λίγα χρόνια ίσως βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση. Να ψάχνει αργά τα κέρματα, να μη χωράνε καλά τα πράγματα στη σακούλα, να κουράζονται τα χέρια του και κάποιος πίσω του να ξεφυσάει ενοχλημένος. Γιατί η ζωή έχει έναν σχεδόν σαρκαστικό τρόπο να επιστρέφει τα μαθήματα που αρνηθήκαμε να μάθουμε εγκαίρως.
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

