Πολύς λόγος γίνεται για τη «διαρροή». Ποιος τη διέρρευσε, γιατί τη διέρρευσε, αν το έκανε επίτηδες, αν του ξέφυγε, αν ήταν κατά λάθος, αν ήταν εκ των έσω, εκ των έξω ή από κάποιον που απλώς έτυχε να περνάει από εκεί.
Ειλικρινά, μικρή σημασία έχει.
Γιατί στην πολιτική υπάρχει ένας πολύ απλός κανόνας: όταν κάτι που δεν έπρεπε να κυκλοφορεί αρχίζει να κυκλοφορεί, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στο ποιος άνοιξε τη βρύση, όσο στο γιατί κάποιοι πανικοβλήθηκαν μόλις είδαν τα νερά.
Και εδώ φαίνεται πως άρχισαν τα τρεξίματα.
Τηλέφωνα, συσκέψεις, εξηγήσεις, διορθώσεις, δεύτερες σκέψεις, τρίτες σκέψεις και εκείνο το γνώριμο βλέμμα του ανθρώπου που μέχρι χθες ήταν απολύτως βέβαιος ότι όλα βρίσκονται υπό έλεγχο και σήμερα ανακαλύπτει ότι… μάλλον δεν βρίσκονται.
Αν η διαρροή ήταν εσκεμμένη, συγχαρητήρια στον εμπνευστή της.
Αν ήταν κατά λάθος, ακόμη μεγαλύτερα συγχαρητήρια στην τύχη.
Γιατί κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρόνο αυτό που συνήθως δεν καταφέρνουν ούτε συνεδριάσεις, ούτε ερωτήσεις, ούτε αντιπολιτεύσεις: να σηκωθούν κάποιοι από τις καρέκλες τους.
Και τώρα;
Τώρα αρχίζει το αγαπημένο άθλημα της πολιτικής ζωής.
Όχι η ανάληψη ευθύνης.
Όχι η εξήγηση.
Όχι το «τι συνέβη και γιατί».
Το άλλο.
Το “τρέχα γύρευε ποιος το έδωσε”.
Μόνο που όσο ψάχνουν τον διαρρέοντα, καλό θα ήταν να μην ξεχάσουν και το περιεχόμενο της διαρροής.
Γιατί πολλές φορές ψάχνεις τόσο πολύ να βρεις ποιος άναψε το φως, που ξεχνάς να κοιτάξεις τι ακριβώς φώτισε.
Και κάπως έτσι, εκεί που μέχρι χθες όλα ήταν ήρεμα, ξαφνικά ακούστηκε το σύνθημα:
«Τρέξτε!»
Και τρέχουν.
Άλλος να προλάβει.
Άλλος να μαζέψει.
Άλλος να εξηγήσει.
Άλλος να αποστασιοποιηθεί.
Και άλλος να θυμηθεί εγκαίρως ότι… εκείνη την ημέρα δεν ήταν καν εκεί.
Γι’ αυτό αφήστε τη διαρροή στην ησυχία της.
Εσκεμμένη ή τυχαία, καλοπροαίρετη ή πονηρή, ένα πράγμα πέτυχε ήδη: έβαλε κόσμο σε κίνηση.
Και από εδώ και πέρα; Καλά μου ποδαράκια.

