Σίγουρα είναι πολιτικός σεισμός ότι στη Γερμανία ένα ακροδεξιό κόμμα – από αυτά που οι ίδιες οι γερμανικές αρχές ασφάλειας χαρακτηρίζουν ως εξτρεμιστικό – κερδίζει εκλογές σε ένα κρατίδιο, όσο μικρό και εάν είναι αυτό.
Η τελευταία φορά που Ακροδεξιοί κέρδισαν εκλογές στη Γερμανία ήταν το 1933 και το κόμμα που τις κέρδισε ήταν το ναζιστικό. Όλοι γνωρίζουμε τι ακολούθησε και τα εκατομμύρια θύματα.
Και βέβαια δεν είναι η μόνη χώρα της Ευρώπης όπου αυτό συμβαίνει: στη Γαλλία ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός προηγείται στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές της επόμενης χρονιάς. Στην Αυστρία η Ακροδεξιά εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα μιας συνολικότερης τάσης.
Την ίδια στιγμή έχει ιδιαίτερη σημασία ότι είχαμε αυτή την εξέλιξη στη Γερμανία παρά την προσπάθεια να υψωθεί ένα τείχος απέναντι στην Ακροδεξιά από όλα τα κόμματα του «συνταγματικού τόξου». Δηλαδή, επέλεξε ένα τόσο μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος ένα κόμμα που όλα τα άλλα κόμματα το έχουν απομονώσει, έχουν κάνει σαφές ότι είναι ένα κόμμα έξω και πέρα από το δημοκρατικό πλαίσιο, ένα κόμμα που πρέπει να περιθωριοποιηθεί. Όμως, αυτό δεν μετέπεισε τους ψηφοφόρους.
Το γεγονός αυτό μας φέρνει στην ουσία του ζητήματος. Και αυτή δεν είναι απλώς η διαπίστωση ότι η Ακροδεξιά είναι σε άνοδο στην Ευρώπη. Αυτό που είναι ακόμη πιο σημαντικό είναι το γιατί η Ακροδεξιά κατορθώνει να ανεβαίνει, ποιοι είναι οι λόγοι που την κάνουν να αποσπά ψηφοφόρους από τα κεντροδεξιά αλλά και κεντροαριστερά κόμματα διακυβέρνησης στην Ευρώπη.
Το έδαφος στο οποίο κινείται η Ακροδεξιά το γνωρίζουμε. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι σήμερα περισσότερο θυμωμένες, δυσαρεστημένες και ανασφαλείς. Το κοινωνικό κράτος περνά κρίση και δεν προσφέρει το ίδιο αίσθημα κοινωνικής ασφάλειας. Παραδοσιακοί κλάδοι με καλοπληρωμένες βιομηχανικές θέσεις εργασίας έχουν δώσει τη θέση τους σε υπηρεσίες με μεγαλύτερη επισφάλεια. Οι κυβερνήσεις προωθούν ιδιωτικοποιήσεις και συνολικά τη λογική της αγοράς και όχι την κοινωνική συνοχή. Η ένταση των φυσικών καταστροφών έχει αναδείξει προβλήματα ακόμη και στις υποδομές. Στρατηγικές επιλογές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, όπως οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας και η ενίσχυση της Ουκρανίας, είχαν και έχουν άμεσες συνέπειες ως προς το κόστος ενέργειας και ευρύτερα διαβίωσης. Από τα πολιτικά κόμματα λείπουν οι ηγετικές φυσιογνωμίες που να μπορούν να εμπνεύσουν τις κοινωνίες και οι διεργασίες στην «Ενωμένη Ευρώπη» φαντάζουν μακρινές και αποκομμένες από τις ανάγκες των απλών πολιτών.
Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα έδαφος στο οποίο η Ακροδεξιά δοκιμάζει να εμφανιστεί ως μια δύναμη αντιπολίτευσης, ως μια δύναμη που είναι εκτός του συστήματος, ως μια δύναμη που θέλει να εκπροσωπήσει το θυμό τους. Επιπλέον, στις διάφορες παραλλαγές της μπορεί να παρουσιάζει και διάφορους «βολικούς εχθρούς» ξεκινώντας από τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, ακόμη και σε χώρες, ή περιοχές χωρών, όπου ουσιαστικά δεν υπάρχει μεγάλος αριθμός προσφύγων και μεταναστών. Και βέβαια μπορεί να το κάνει αυτό γιατί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχουν ισχυρά αριστερά, προοδευτικά και δημοκρατικά κόμματα που να μπορούν να δώσουν ένα θετικό όραμα και μια αγωνιστική διεκδίκηση στην κοινωνική δυσαρέσκεια.
Όμως, ακόμη και έτσι, πάλι δεν έχουν εξηγήσει πλήρως την άνοδο της Ακροδεξιάς. Γιατί εξίσου σημαντική παράμετρος είναι το γεγονός ότι τα κόμματα διακυβέρνησης στην Ευρώπη έχουν ασκήσει τα τελευταία χρόνια πολιτικές που έχουν νομιμοποιήσει την Ακροδεξιά, αφού κάνουν πράξη τη δική της ατζέντα.
Για παράδειγμα, μπορεί η Ακροδεξιά να επενδύει στη μυθολογία ότι υπάρχει μια εισβολή μεταναστών και προσφύγων και τα φοβικά αντανακλαστικά που αυτή προκαλεί, όμως στην πραγματικότητα εδώ και καιρό τα κόμματα διακυβέρνησης εφαρμόζουν αυστηρές αντιμεταναστευτικές πολιτικές και έχουν περιορίσει ή ακόμη και ακυρώσει το δικαίωμα στο άσυλο. Όμως, αυτό που καταφέρνουν αυτές οι πολιτικές δεν είναι να «αποστομώσουν» την Ακροδεξιά, αλλά το ακριβώς αντίθετο: να νομιμοποιήσουν τη ρητορική της και να την κάνουν ακόμη πιο επιθετική.
Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο που μια λογική «νόμου και τάξη» έχει κυριαρχήσει εδώ και καιρό, σηματοδοτώντας μιας έντονα αυταρχική στροφή που στο τέλος του δρόμου πάλι καταλήγει να κάνει τον αυταρχισμό της Ακροδεξιάς να φαντάζει πλήρως νομιμοποιημένος και όχι «εκτός δημοκρατικού πλαισίου».
Και βέβαια, ευθύνονται για το γεγονός ότι το βαθύ αίσθημα δυσαρέσκειας που υπάρχει στις ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν οφείλεται στο ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι ζουν στον καλύτερο δυνατό – νεοφιλελεύθερο – κόσμο, αλλά σε πολιτικές που έχουν κάνει τη ζωή τους χειρότερη, την εργασία τους πιο επισφαλή και κακοπληρωμένη, το κόστος ζωής πολύ υψηλότερο, την υγεία και την παιδεία εμπορεύματα.
Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το να διατυπώσουμε ακόμη πιο ηχηρές καταγγελίες της Ακροδεξιάς ή να διατρανώσουμε «μέτωπα των δημοκρατικών συνταγματικών δυνάμεων» μικρό αποτέλεσμα θα έχει. Ακόμη χειρότερα, θα ενισχύσουμε τη μυθολογία της ότι είναι δήθεν η μόνη «δύναμη αντίστασης».
Εάν κάτι πρόκειται να ανακόψει την άνοδο της Ακροδεξιάς δεν θα είναι απλώς η καταγγελία της. Αλλά το να υπάρξουν πολιτικές προτάσεις, με αξιώσεις κυβερνησιμότητας, που να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας από δημοκρατική και προοδευτική κατεύθυνση, από μια λογική που να επιμένει στην αναδιανομή, την κοινωνική συνοχή, την αξιοπρέπεια της εργασίας, την αλληλεγγύη.
Απέναντι στο εμπόριο κυνισμού («τίποτα δεν μπορεί επί της ουσίας να αλλάξει») των σημερινών κομμάτων εξουσίας και το εμπόριο φόβου της Ακροδεξιάς, να υπάρξει ξανά ένα πόλος της ελπίδας, ένας πόλος που να λέει ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα, για όλες και για όλους. Χωρίς εξαιρέσεις και αποκλεισμούς.
in.gr

