Τρία μη κρατικά πανεπιστήμια. Άδειες του ελληνικού κράτους. Προγράμματα σπουδών. Εγγραφές. Δίδακτρα χιλιάδων ευρώ. Οικογένειες που έκαναν τον προγραμματισμό τους. Νέοι άνθρωποι που επέλεξαν πού θα σπουδάσουν και άρχισαν να χτίζουν πάνω σε αυτή την επιλογή τα επόμενα χρόνια της ζωής τους.
Και ξαφνικά;
Το Συμβούλιο της Επικρατείας πατάει φρένο.
Το Γ΄ Τμήμα του ΣτΕ έκανε δεκτές, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, τις αιτήσεις ακύρωσης που αφορούν το University of York Europe Campus, το Keele University Greece και το Anatolia American University, ακυρώνοντας άδειες λειτουργίας και προγράμματα σπουδών. Τα πλήρη σκεπτικά των αποφάσεων αναμένονται.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ζήτημα. Γιατί οι προσφυγές δεν κατατέθηκαν χθες.
Ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Παναγιώτης Λαζαράτος και ο καθηγητής Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Κωνσταντίνος Πάντος είχαν προσφύγει ήδη από το 2025 κατά πράξεων πιστοποίησης προγραμμάτων, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της διαδικασίας και υποστηρίζοντας ότι οι πιστοποιήσεις στηρίζονταν σε μη νόμιμες άδειες. Τον Απρίλιο του 2026 οι προσφυγές είχαν ήδη εκδικαστεί.
Άρα το κράτος γνώριζε. Γνώριζε ότι υπήρχε ανοιχτή και σοβαρή δικαστική αμφισβήτηση. Γνώριζε ότι η υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας. Και παρ’ όλα αυτά, η πραγματική ζωή προχωρούσε.
Το Anatolia American University ανακοίνωνε ήδη τον Δεκέμβριο του 2025 ότι βρισκόταν σε πλήρη λειτουργία με περισσότερους από 200 φοιτητές και φοιτήτριες. Το ίδιο το ίδρυμα ανέφερε ότι βασίζεται στα δίδακτρα και παρουσίαζε το σύστημα υποτροφιών του ως ποσοστό επί αυτών.
Το University of York Europe Campus, στις 18 Ιουνίου 2026, ανακοίνωνε: «Οι εγγραφές συνεχίζονται!». Καλούσε δηλαδή νέους ανθρώπους να υποβάλουν αιτήσεις για να ξεκινήσουν τις σπουδές τους στη Θεσσαλονίκη. Και δεν μιλάμε για αμελητέα ποσά.
Στο Keele University Greece υπάρχουν αναρτημένα για το ίδιο ακαδημαϊκό έτος προγράμματα με δίδακτρα. Δεν συζητάμε λοιπόν για μια θεωρητική νομική άσκηση μεταξύ καθηγητών, υπουργείων και δικαστών.
Μιλάμε για ανθρώπους. Για παιδιά που αποφάσισαν τι θα σπουδάσουν. Για γονείς που υπολόγισαν τι μπορούν να πληρώσουν. Για οικογένειες που μπορεί να άλλαξαν ολόκληρο τον οικονομικό τους προγραμματισμό. Για φοιτητές που επέλεξαν ένα πανεπιστήμιο αντί κάποιου άλλου. Για ανθρώπους που μπορεί να απέρριψαν άλλες εκπαιδευτικές επιλογές επειδή εμπιστεύθηκαν μία άδεια που έφερε τη σφραγίδα του ελληνικού κράτους.
Και τώρα το ερώτημα είναι απλό: Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Όχι την επικοινωνιακή, αλλά την πραγματική. Ποιος θα κοιτάξει αυτούς τους φοιτητές και τους γονείς τους στα μάτια;
Ποιος θα τους εξηγήσει πώς ένα κράτος αδειοδοτεί μια εκπαιδευτική δομή, επιτρέπει να οργανωθούν προγράμματα, να λειτουργήσει, να γίνονται εγγραφές και να διαμορφώνεται γύρω της μια ολόκληρη αγορά εκπαιδευτικών επιλογών, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν σοβαρές δικαστικές εκκρεμότητες για τη νομιμότητα της ίδιας της διαδικασίας;
Και, κυρίως: Τι θα γίνει τώρα με τους φοιτητές; Τι θα γίνει με όσους ήδη φοιτούν; Τι θα γίνει με όσους έχουν εγγραφεί για τη νέα χρονιά; Τι θα γίνει με οικονομικές υποχρεώσεις που έχουν ήδη αναληφθεί; Τι θα γίνει με όσους απέρριψαν μια άλλη σχολή, μια άλλη πόλη ή ακόμη και μια επιλογή στο εξωτερικό; Ποιος αποκαθιστά τον χρόνο ενός νέου ανθρώπου εάν αυτός χαθεί;
Γιατί τα χρήματα, με κάποιον τρόπο, επιστρέφονται.
Ο χαμένος χρόνος όμως δεν επιστρέφεται.
Αυτή είναι λοιπόν η περίφημη Ελλάδα 2.0;
Αυτή είναι η Ελλάδα του «επιτελικού κράτους»;
Αυτή είναι η Ελλάδα των «αρίστων»;
Νομοθετούμε, αδειοδοτούμε, εγκρίνουμε, πανηγυρίζουμε, δημιουργούμε τετελεσμένα και στο τέλος περιμένουμε από το Συμβούλιο της Επικρατείας να μας εξηγήσει αν όλα όσα κάναμε στέκουν νομικά;
Γιατί εδώ δεν κρίνεται αν κάποιος είναι υπέρ ή κατά των μη κρατικών πανεπιστημίων. Αυτό είναι άλλη συζήτηση. Μπορεί κάποιος να είναι φανατικά υπέρ τους. Μπορεί κάποιος να είναι φανατικά εναντίον τους. Το κράτος όμως δεν έχει δικαίωμα να είναι πρόχειρο. Δεν έχει δικαίωμα να πειραματίζεται με τις ζωές των πολιτών. Και κυρίως δεν έχει δικαίωμα να πειραματίζεται με την εκπαίδευση και το μέλλον δεκαοκτάχρονων και εικοσάχρονων ανθρώπων.
Όταν θεσμοθετείς μια τόσο μεγάλη αλλαγή στην Ανώτατη Εκπαίδευση, οφείλεις να την έχεις θωρακίσει πριν βάλεις τον πρώτο φοιτητή μέσα στην αίθουσα.
Πριν από την πρώτη εγγραφή.
Πριν από το πρώτο ευρώ.
Πριν από την πρώτη υπόσχεση σε ένα παιδί ότι «εδώ μπορείς να χτίσεις το μέλλον σου».
Δεν νομοθετείς πρώτα και ψάχνεις μετά αν στέκεται η νομοθεσία σου.
Δεν κάνεις τους πολίτες δοκιμαστικούς επιβάτες σε ένα θεσμικό όχημα του οποίου δεν έχεις προηγουμένως ελέγξει τα φρένα.
Και υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο. Η σημερινή εξέλιξη δεν έπεσε από τον ουρανό.
Υπήρχαν προσφυγές. Υπήρχαν συγκεκριμένες νομικές ενστάσεις. Υπήρχαν προειδοποιήσεις. Η υπόθεση είχε φτάσει στο ΣτΕ.
Άρα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε πως υπήρχε κίνδυνος.
Και γι’ αυτό, όταν δημοσιευθούν τα πλήρη σκεπτικά των αποφάσεων, η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει όχι με δελτία Τύπου και πολιτικές ατάκες, αλλά με συγκεκριμένα στοιχεία:
Τι ακριβώς ακύρωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας;
Ποια λάθη ή πλημμέλειες εντόπισε;
Ποιος είχε την ευθύνη των πράξεων που ακυρώθηκαν;
Και, πάνω απ’ όλα, πώς προστατεύονται από αύριο οι φοιτητές και οι οικογένειές τους;
Γιατί κράτος δικαίου δεν είναι να περιμένεις από το ΣτΕ να διορθώνει ό,τι δεν έκανες σωστά.
Κράτος δικαίου είναι να νομοθετείς έτσι ώστε ο πολίτης να μπορεί να εμπιστεύεται τη σφραγίδα σου.
Ελλάδα 2.0, λοιπόν.
Μόνο που πίσω από τα «2.0», τα μεγάλα λόγια, τα PowerPoint, τις μεταρρυθμίσεις και την πολυδιαφημισμένη αριστεία υπάρχουν σήμερα νέοι άνθρωποι που δικαιούνται μία πολύ απλή απάντηση:
Τι γίνεται με τις σπουδές μας;
Και υπάρχουν γονείς που δικαιούνται μία ακόμη:
Ποιος θα αναλάβει επιτέλους την ευθύνη;
Γιατί όταν ένα κράτος ζητά από τους πολίτες να εμπιστεύονται τους θεσμούς του, έχει πρώτα μία στοιχειώδη υποχρέωση: να είναι το ίδιο άξιο της εμπιστοσύνης τους.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

