Στην Ιταλία, χωριά που ερημώνουν πωλούν σπίτια έναντι μόλις ενός ευρώ, σε μια προσπάθεια να προσελκύσουν νέους κατοίκους και να διατηρήσουν βασικές υπηρεσίες.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η μείωση των μαθητών οδηγεί ήδη σε κλείσιμο σχολείων και τμημάτων, ακόμη και σε περιοχές του Λονδίνου.
Στην Ιαπωνία, ειδικές εταιρείες αναλαμβάνουν τον καθαρισμό κατοικιών ηλικιωμένων που πέθαναν μόνοι και παρέμειναν αδιάγνωστοι για εβδομάδες ή και μήνες, ενώ οι πωλήσεις προϊόντων ακράτειας για ενήλικες ξεπερνούν εδώ και χρόνια εκείνες των βρεφικών πανών.
Τα φαινόμενα αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά ενδείξεις μιας ευρύτερης αλλαγής που συντελείται σε μεγάλο μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου. Το 2024, οι 21 από τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέγραψαν περισσότερους θανάτους από γεννήσεις, σύμφωνα με την καθηγήτρια Σάρα Χάρπερ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζεται και σε χώρες της Ασίας και της Αμερικής, από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα έως την Κούβα και την Ουρουγουάη.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά δύο μακροχρόνιες δημογραφικές τάσεις όπως αναφέρεται σε άρθρο γνώμης του Guardian: Tη συνεχή αύξηση του προσδόκιμου ζωής και τη μείωση της γονιμότητας, δηλαδή του μέσου αριθμού παιδιών ανά γυναίκα.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μειωθεί σημαντικά μέχρι το τέλος του αιώνα, ενώ ταυτόχρονα η γήρανση του πληθυσμού θα αλλάξει ριζικά την κοινωνική και οικονομική της δομή.
Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Eurostat, ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 11,7% μεταξύ 2025 και 2100. Αυτό σημαίνει ότι από τα 452 εκατομμύρια κατοίκους σήμερα, η ΕΕ θα φτάσει περίπου τα 399 εκατομμύρια στο τέλος του αιώνα.
Η μείωση αυτή μεταφράζεται σε απώλεια περίπου 53 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Είναι ενδεικτικό ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι προβλέψεις δείχνουν ότι από το 2026 και μετά οι θάνατοι θα υπερβαίνουν κάθε χρόνο τις γεννήσεις, αν και ο πληθυσμός θα συνεχίσει να αυξάνεται – αλλά με βραδύτερο ρυθμό.

Η Ελλάδα μία από τις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρώπης
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat ο δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυμαίνεται γύρω στο 1,25 ανά γυναίκα, παρουσιάζοντας ελάχιστες μεταβολές τα τελευταία χρόνια και απέχοντας πολύ από το 2,09 που είχε η χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Η εξέλιξη του δείκτη γονιμότητας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της χώρας. Από τα υψηλά ποσοστά των αρχών του 20ού αιώνα, περάσαμε σε μια φάση «δημογραφικού χειμώνα» που εντάθηκε ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2010.
Οι λόγοι για την μείωση των γεννήσεων
Οι λόγοι για τη μείωση των γεννήσεων είναι σύνθετοι. Η οικονομική ανασφάλεια, η δυσκολία συνδυασμού εργασίας και οικογένειας και οι κοινωνικές αλλαγές οδηγούν πολλούς ανθρώπους να καθυστερούν ή να αποφεύγουν την απόκτηση παιδιών.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Τομείς που σχετίζονται με τα παιδιά – όπως η εκπαίδευση και η φροντίδα – δέχονται πιέσεις, ενώ λιγότερες γεννήσεις σημαίνουν και λιγότερους εργαζόμενους στο μέλλον. Ταυτόχρονα, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής οδηγεί σε «γήρανση» του πληθυσμού, με περισσότερους ηλικιωμένους και λιγότερους νέους.
Αυτό δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά, καθώς λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να στηρίξουν αυξανόμενες δαπάνες για συντάξεις, υγεία και κοινωνική φροντίδα. Παράλληλα, αλλάζουν και τα πρότυπα κατανάλωσης, με τους ηλικιωμένους να δαπανούν περισσότερο σε υπηρεσίες φροντίδας που δεν αυτοματοποιούνται εύκολα.
Αν και οι δημογραφικές πιέσεις είναι εντονότερες στις ανεπτυγμένες οικονομίες, η μείωση της γονιμότητας επεκτείνεται πλέον και σε χώρες μεσαίου και χαμηλότερου εισοδήματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κοινωνίες «γερνούν πριν προλάβουν να πλουτίσουν», όπως επισημαίνουν ειδικοί.
Ωστόσο, οι δημογραφικές εξελίξεις δεν είναι αναπόφευκτες ούτε αμετάβλητες. Οι ειδικοί τονίζουν ότι αντί για απλές εκκλήσεις για αύξηση των γεννήσεων, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν στην προσαρμογή των κοινωνιών: ενίσχυση της στήριξης των οικογενειών, ανασχεδιασμός των συστημάτων συνταξιοδότησης και υγείας, καθώς και προώθηση πιο ευέλικτων μορφών εργασίας.
Η δημογραφική αλλαγή εξελίσσεται σταδιακά, αλλά οι επιπτώσεις της γίνονται όλο και πιο εμφανείς.

