«Δεν περνάς, κυρά Μαρία,
δεν περνάς, δεν περνάς…
Δεν περνάς, κυρά Μαρία,
δεν περνάς… περνάς!»
Ποιος να μας το έλεγε ότι ένα παιδικό τραγουδάκι θα μπορούσε, τόσα χρόνια μετά, να περιγράψει τόσο όμορφα την πολιτική πραγματικότητα. Γιατί στην πολιτική, τελικά, όλοι θέλουν να περάσουν. Άλλος από μπροστά και άλλος από πίσω. Άλλος από το πλάι κι άλλος ψάχνει ακόμη ποιος κρατάει την πόρτα, μήπως και του ανοίξει. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που έχουν έναν μικρό καημό. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο να περάσουν οι ίδιοι. Τους ενδιαφέρει να μην περάσει ο άλλος.
Και κάπως έτσι διορίζουν μόνοι τους τον εαυτό τους τροχονόμο της πολιτικής ζωής.
«Εσύ περνάς.»
«Εσύ δεν περνάς.»
«Εσύ δεν χωράς.»
«Εσύ δεν μπορείς.»
«Εσύ δεν πρέπει.»
«Εσύ, κυρίως, κάτσε εκεί που είσαι.»
Και στήνεται η μπάρα. Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: Ο δρόμος δεν είναι δικός τους. Ούτε η πόρτα, ούτε καν το κλειδί. Και σίγουρα δεν είναι δικό τους το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος δικαιούται να δοκιμάσει να περάσει. Γιατί η πολιτική δεν είναι ιδιωτικό πάρκινγκ για να κρατάς τη θέση σου με μια πλαστική καρέκλα. Δεν είναι οικογενειακό οικόπεδο. Δεν είναι κληρονομικό δικαίωμα. Και κυρίως δεν είναι νυχτερινό μαγαζί για να στέκεσαι στην πόρτα με το μπλοκάκι: «Εσείς ποιος είστε;» «Με ποιον ήρθατε;» «Ποιος σας κάλεσε;» «Δεν σας βλέπω στη λίστα.»
Υπάρχει, βλέπετε, μια παράξενη ασθένεια στην πολιτική. Όσο περισσότερο φοβάσαι ότι κάποιος μπορεί να περάσει, τόσο περισσότερο φωνάζεις ότι δεν πρόκειται να περάσει. Και όσο περισσότερο το φωνάζεις… τόσο περισσότερο αρχίζουν οι υπόλοιποι να αναρωτιούνται:
«Καλά… γιατί φοβάται τόσο πολύ μην περάσει;»
Και κάπου εκεί αρχίζει το τραγουδάκι:
«Δεν περνάς, κυρά Μαρία,
δεν περνάς, δεν περνάς…»
Μόνο που η πολιτική έχει ένα κακό συνήθειο. Οι μπάρες σηκώνονται. Οι πόρτες ανοίγουν. Οι παρέες αλλάζουν. Οι συσχετισμοί ανατρέπονται. Και εκείνοι που κάποτε μοίραζαν άδειες εισόδου, καμιά φορά καταλήγουν να ψάχνουν κάποιον να τους βάλει μέσα. Γι’ αυτό λίγη οικονομία στα «δεν περνάς». Λίγη εγκράτεια στα «τελείωσε». Και μεγάλη προσοχή στα «εγώ αποφασίζω». Γιατί στο τέλος δεν αποφασίζει ούτε ο θυρωρός ούτε ο τροχονόμος.
Αποφασίζει ο κόσμος. Και ο κόσμος έχει ένα περίεργο χούι: Μερικές φορές περνάει ακριβώς εκείνον που κάποιοι είχαν αποφασίσει ότι… «δεν περνάει με τίποτα».
Οπότε: «Δεν περνάς, κυρά Μαρία,
δεν περνάς, δεν περνάς…
Δεν περνάς, κυρά Μαρία,
δεν περνάς…
ΠΕΡΝΑΣ!»
Και προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης:
Καμία Μαρία δεν αφορά το παρόν κείμενο.
Για την ακρίβεια, δεν αφορά καμία γυναίκα.
Ούτε «κυρά».
Ούτε «Μαρία».
Ούτε καν… θηλυκό γένος.
Το τραγουδάκι απλώς έτσι γράφτηκε.
Ο παραλήπτης, πάντως, ξέρει.
Κι αν δεν κατάλαβε ακόμη…
ας το ξαναδιαβάσει.
Από την αρχή.

