Για όσους Ευρωπαίους πίστευαν ότι η κλιματική αλλαγή είναι πρόβλημα για τις μελλοντικές γενιές, οι πρωτοφανείς καύσωνες του φετινού καλοκαιριού έκαναν σαφές ότι επιπτώσεις που αλλάζουν τον τρόπο ζωής μας και χτυπούν την οικονομία είναι ήδη εδώ.
Οι ακραίες θερμοκρασίες και η ξηρασία –φαινόμενα που η κλιματική αλλαγή έκανε συχνότερα και σφοδρότερα- προκάλεσαν χιλιάδες θανάτους και άσκησαν πιέσεις στην παραγωγή ενέργειας, τη ναυσιπλοΐα και τα συστήματα υγείας, ενώ η φετινή περίοδος πυρκαγιών βρίσκεται σε πορεία για νέο ρεκόρ.
Το πλήγμα για την ευρωπαϊκή οικονομία ανέρχεται ήδη σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, εκτίμησαν οικονομολόγοι και ερευνητές που μίλησαν στο Reuters. Και το κόστος θα συνεχίσει να αυξάνεται ταχύτερα από τις θερμοκρασίες.
Η Ευρώπη είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος, καθώς η μέση θερμοκρασία ανεβαίνει δυο φορές πιο γρήγορα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Η απότομη μεταβολή επηρεάζει ήδη τη δημοσιονομική κατάσταση, προκαλεί ακραίες διακυμάνσεις του πληθωρισμού, επανασχεδιάζει τον τουριστικό χάρτη, και αναγκάζει την ΕΕ να ξανασκεφτεί την παραγωγή ενέργειας και τη μεταφορά εμπορευμάτων.
«Από οικονομική άποψη, αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία το 2026 είναι τα πολλαπλά επεισόδια ακραίων φαινομένων» είπε στο Reuters η Σερίσα Ούσμαν, οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Μάνχαϊμ.
«Καύσωνες, ξηρασίες, πυρκαγιές… τα φαινόμενα αυτά συμβαίνουν όλα ταυτόχρονα και ως επί το πλείστον στις ίδιες περιοχές, κάτι που μεγεθύνει τις επιπτώσεις».Τον φετινό Ιούνιο η Ευρώπη είχε τη μεγαλύτερη απόκλιση από τις κανονικές θερμοκρασίες σε παγκόσμιο επίπεδο (Our World In Data)
Ρεκόρ κόστους
Οι ασυνήθιστοι καύσωνες του Ιουνίου και του Ιουλίου θα ανεβάσουν το κόστος των φυσικών καταστροφών σε νέα ρεκόρ, εκτίμησαν οικονομολόγοι.
Η κυκλοφορία στον Ρήνο και τον Δούναβη, βασικές αρτηρίες για τη μεταφορά εμπορευμάτων, έχει σχεδόν σταματήσει λόγω πτώσης στη στάθμη, ενώ τουλάχιστον έξι πυρηνικοί αντιδραστήρες έχουν κλείσει ή περιορίσει την παραγωγή λόγω ανεπάρκειας νερού για τα συστήματα ψύξης.
Οι προβλέψεις για την αγροτική παραγωγή αναθεωρούνται προς τα κάτω, με τις σοδειές καλλιεργειών που συγκομίζονται νωρίς, όπως το καλαμπόκι, να έχουν μειωθεί κατά 6-7% ήδη από τον Ιούλιο.
Η θερμική καταπόνηση πλήττει επίσης την παραγωγικότητα των εργαζομένων και έχει επίσης προκαλέσει περισσότερους από 10.000 θανάτους μόνο στη Γερμανία.
Στο μεταξύ, το αυξημένο κόστος της αντιμετώπισης πυρκαγιών και οι περιορισμοί στην κατανάλωση ενέργειας επιβαρύνουν περαιτέρω την οικονομία.
Ο ολλανδικός όμιλος χρηματοπιστωτικών και τραπεζικών υπηρεσιών ING εκτιμά ότι μόνο η διακοπή των μεταφορών στον Ρήνο θα μειώσει το φετινό ΑΕΠ της Γερμανίας –της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η τράπεζα MBH στην Ουγγαρία προβλέπει μείωση του ΑΕΠ της χώρας κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες για κάθε εβδομάδα που ο μοναδικός πυρηνικός σταθμός της χώρας παρέμεινε κλειστός.
Η γερμανική ασφαλιστική εταιρεία Allianz εκτιμά ότι ο μόνο ο καύσωνας του Ιουνίου, διάρκειας δύο εβδομάδων, θα μειώσει το ΑΕΠ της Ευρώπης κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η κλιματική αλλαγή θα περιορίσει την ανάπτυξη κατά 5%-7% έως το 2030 στις περισσότερο εκτεθειμένες οικονομίες, όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία.
«Το συνολικό κόστος για φέτος θα είναι πολύ μεγαλύτερο» δήλωσε ο οικονομολόγος της Allianz, Χάζεμ Κρίτσενε. «Το ποσό αυτό δεν λαμβάνει υπόψη τις πυρκαγιές, τις ξηρασίες, τις διάφορες πλημμύρες ή το αναμενόμενο φαινόμενο Ελ Νίνιο» πρόσθεσε.
Δεδομένου ότι η οικονομία της ευρωζώνης αναμένεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 1% φέτος, το πλήγμα είναι σημαντικό.
Ωστόσο η Ούσμαν, η οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Μάνχαϊμ, υποστηρίζει ότι θα χρειαστούν αρκετά ακόμα χρόνια για να γίνει αντιληπτό το πραγματικό μέγεθος της ζημιάς στην οικονομία.
«Θα περίμενε κανείς ότι η ζημιά στην οικονομία είναι μεγαλύτερη τη χρονιά που συμβαίνει ένα ακραίο φαινόμενο και στη συνέχεια υποχωρεί, διαπιστώνουμε όμως το αντίθετο» δήλωσε. «Ο οικονομικός αντίκτυπος αυξάνεται τα επόμενα χρόνια, επειδή τα ακραία καιρικά φαινόμενα πυροδοτούν μια αλυσίδα αργών οικονομικών συνεπειών» εξήγησε.

Στη Βουλγαρία η στάθμη του Δούναβη υποχώρησε σε ιστορικό χαμηλό (Reuters)
Η Νότια Ευρώπη θα υποφέρει
Η Νότια Ευρώπη πιθανότατα θα υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα στην οικονομία, καθώς καταγράφει τις μεγαλύτερες αυξήσεις θερμοκρασίας, κάτι που μειώνει τα έσοδα από τον τουρισμό, επιδεινώνει τις απώλειες στις καλλιέργειες και ενθαρρύνει τη μετανάστευση σε άλλες περιοχές.
«Μπορείτε να φανταστείτε τουρίστες να βολτάρουν στη νότια Ιταλία ή την Ισπανία με θερμοκρασίες 45 βαθμών; Εγώ πάντως όχι. Πιστεύω επομένως ότι η μορφή του τουρισμού θα αλλάξει», δήλωσε ο οικονομολόγος της ING, Κάρστεν Μπρέτσκι.
Ο τουρισμός μπορεί να επεκταθεί σε όλη τη διάρκεια του έτους, όμως η τουριστική κίνηση θα μειωθεί τους θερινούς μήνες, καθώς οι παραθεριστές θα προτιμούν βορειότερες περιοχές, εκτίμησε ο Μπρέτσκι.
Ο Νότος θα υποστεί επίσης μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων, περιπλέκοντας το έργο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία ήδη δυσκολεύεται να διατηρήσει τον πληθωρισμό στον στόχο της.
«Βλέπουμε μεγαλύτερες επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων σε περιοχές που είναι ήδη θερμότερες. Επομένως, αν βρίσκεστε στη Νότια Ευρώπη, θα δείτε μεγαλύτερη επίδραση», δήλωσε ο Μαξιμίλιαν Κοτς, ερευνητής του Κέντρου Υπερυπολογιστών της Βαρκελώνης.
Ο ακραίος καύσωνας του 2022 αύξησε τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη κατά 0,34 ποσοστιαίες μονάδες μέσω της αύξησης των τιμών των τροφίμων, με τον Νότο να υφίσταται δυσανάλογα μεγάλο πλήγμα, υπενθύμισε ο Κοτς.
Παράλληλα, η διακοπή των ποτάμιων μεταφορών δυσχεραίνει τον ανεφοδιασμό ορισμένων ευρωπαϊκών περιοχών με καύσιμα, διευρύνοντας τις περιφερειακές διαφορές τιμών.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα φέρνουν αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα (Reuters)
Πιέσεις στην ΕΚΤ
«Οι δημοσιονομικές συνέπειες πλήττουν περισσότερο τις οικονομίες με τη μικρότερη δυνατότητα να τις απορροφήσουν» ανέφερε η Allianz σε έκθεσή της.
Η μείωση των ετήσιων φορολογικών εσόδων λόγω απώλειας οικονομικής παραγωγής μπορεί να φτάσει το 1,8% στη Γαλλία και το 1,3% στην Ιταλία και την Ισπανία, εκτιμά η εταιρεία, καθώς τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα σημαίνουν ότι τα έσοδα μειώνονται ταχύτερα από την παραγωγή.
Τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων επίσης θα μειωθούν, περιορίζοντας τις επενδύσεις και επιδεινώνοντας τη ζημιά για την οικονομία.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις πρέπει να χρηματοδοτήσουν την αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών και να προχωρήσουν σε επενδύσεις, όπως για την προστασία της ηλεκτροπαραγωγής ή των δικτύων μεταφορών.
«Μια βασική ανησυχία είναι ότι οι χώρες εξακολουθούν να βασίζονται υπερβολικά σε ad hoc μέτρα αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών, τα οποία είναι τόσο δαπανηρά όσο και αρκετά αναποτελεσματικά» δήλωσε η Χέδερ Γκραμπ, ανώτερη συνεργάτιδα της δεξαμενής σκέψης Bruegel.
Ωστόσο, οι επενδυτές ενδέχεται να αντιδράσουν εάν οι κυβερνήσεις προσπαθήσουν να αυξήσουν τις δαπάνες. Τα επίπεδα του δημόσιου χρέους είναι ήδη υψηλά —ιδίως στη Γαλλία και την Ιταλία— ενώ οι παράλληλα οι χώρες καλούνται να επενδύσουν στην άμυνα και στην πράσινη ενεργειακή μετάβαση.
Το δίλημμα αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία την περασμένη δεκαετία αγόρασε κρατικό χρέος τρισεκατομμυρίων ευρώ, προκειμένου να διατηρήσει χαμηλό το κόστος δανεισμού σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός ήταν υπερβολικά χαμηλός.
«Με έναν τόσο μακρύ κατάλογο αναγκών για δημόσιες δαπάνες, η τάση θα είναι προς υψηλότερο δημόσιο χρέος» προειδοποίησε ο Μπρέτσκι της ING.
«Αυτό στη συνέχεια θα ασκήσει πίεση στην ΕΚΤ να παρέμβει και να προχωρήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ποσοτική χαλάρωση, εάν σημειωθεί ξαφνική μαζική πώληση κρατικών ομολόγων στις αγορές».

