Ψηφίστηκε ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2024 από την Ολομέλεια της Βουλής με 158 ψήφους υπέρ και 142 κατά. Υπέρ τάχθηκε μόνο η Ν.Δ., ενώ όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταψήφισαν. Η κυβέρνηση με αυτό τον τρόπο έλαβε ψήφος εμπιστοσύνης κάτι για το οποίο ουδείς αμφέβαλε όμως η ουσία δεν βρίσκεται στην ψήφιση του προϋπολογισμού, αλλά στην εκτέλεσή του.
Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, προσήλθε στη Βουλή με ένα «δώρο» και μια «βόμβα». Υπερασπίστηκε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του, έκανε τις απαιτούμενες «ενέσεις» αισιοδοξίας όμως έκρυψε περίτεχνα τα μεγάλα κενά που υπάρχουν και άφησε και πολλά αναπάντητα ερωτήματα.
Έχοντας έναν άσσο στο μανίκι του, ο κ. Μητσοτάκης, θέλοντας να ελαφρύνει τη βαριά ατμόσφαιρα εξαιτίας της ακρίβειας, ανακοίνωσε ότι από τις αρχές του έτους αυξάνεται κατά 20% η αποζημίωση των εφημεριών σε όλο το ΕΣΥ. Πρόκειται ουσιαστικά για αύξηση 117 ευρώ δηλαδή, 19,5 ευρώ για κάθε μία από τις 6 εφημερίες.
Τα μη κρατικά πανεπιστήμια
Αυτό όμως που προκάλεσε μεγαλύτερη αίσθηση ήταν πως έβαλε στις ράγες το σχέδιο παράκαμψης του άρθρου 16 και την εισαγωγή σχετικού νομοσχεδίου για «μη κρατικά ανώτατα ιδρύματα».
«Ήρθε η ώρα» ανέφερε ο πρωθυπουργός σημειώνοντας ότι το σχετικό νομοσχέδιο θα παρουσιαστεί στο υπουργικό συμβούλιο της επόμενης εβδομάδας. «Θα έχει γίνει νόμος του κράτους εντός του πρώτου μήνα του 2024», είπε. Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέτει τη συζήτηση σε νέα βάση, αναφερόμενος επί της ουσίας στην ενεργοποίηση διακρατικών συμφωνιών – μέσω των προβλέψεων του άρθρου 28 του Συντάγματος – που, προσφέρουν ήδη τη δυνατότητα, με την ευθύνη της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης, να υπάρξει αναγνώριση ξένων πανεπιστημίων, που θα ήθελαν να επενδύσουν στην Ελλάδα.
Υποσχέθηκε στήριξη στους ευάλωτους και παραδέχθηκε πως ο πληθωρισμός στα τρόφιμα εξακολουθεί να «ροκανίζει» το εισόδημα
Ο πρωθυπουργός, στην παρέμβαση στο Κοινοβούλιο, σχεδόν με ύφος θριαμβευτή, εξήρε τις οικονομικές επιτυχίες της χώρας επί κυβέρνησης Ν.Δ. και στάθηκε μόνο αυτοκριτικά στο θέμα της ακρίβειας αναγνωρίζοντας πως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία αλλά υπήρξε καθησυχαστικός γιατί «έχουμε σχέδιο συγκροτημένο».
Στον κεντρικό πυρήνα του σχεδίου με ορίζοντα τετραετίας προέταξε «σταθερή και διατηρήσιμη αύξηση (…) με κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ και μέσο μισθό στα 1.500 ευρώ».
Υποσχέθηκε και πάλι στήριξη στους πιο ευάλωτους πολίτες παραδεχόμενος πως ο πληθωρισμός στα τρόφιμα εξακολουθεί να «ροκανίζει» το εισόδημα.
Με μια νότα αισιοδοξία, τόνισε «πιστεύω ειλικρινά ότι ως προς τον πληθωρισμό έχουμε δει τα χειρότερα. Οι δε πρόσφατες ανακοινώσεις της κεντρικής τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών, που ουσιαστικά προεξόφλησαν μια γρήγορη αποκλιμάκωση των επιτοκίων, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε μια αντίστοιχη πορεία».
Τα Pass και οι πυλώνες
Φυσικά, αναφέρθηκε σε κάθε λογής Pass που η κυβέρνησή του σχεδίασε και εφάρμοσε λειτουργώντας «συμπληρωματικά με άλλες παράλληλες δράσεις» και αρνήθηκε πως κλείνει το μάτι στο μεγάλο κεφάλαιο αφού μπήκαν «πρόστιμα εκατομμυρίων σε μεγάλες εταιρείες, διεθνείς εταιρείες, επιχειρηματικούς κολοσσούς, για ζητήματα που έχουν να κάνουν με παραβιάσεις στον ανταγωνισμό».
Στο δεύτερο πυλώνα, μετά την ακρίβεια, έβαλε την αύξηση των μισθών και τρίτο την υγεία και την παιδεία. Στους πυλώνες περιέλαβε και «την εθνική μας άμυνα, με δεσμεύσεις σαφείς».

Σε αυτό το σημείο χαιρέτισε την «επιστροφή του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα, ψηφίζοντας τα σχετικά κονδύλια του προϋπολογισμού για την άμυνα».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, λίγο πριν κλείσει την ομιλία του, έταξε ανάπτυξη του ΑΕΠ, πτώση της ανεργίας, περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους, επενδύσεις και εξαγωγές με γρήγορους ρυθμούς και είπε πως «η παραγωγική Ελλάδα συνολικά, μεγάλες επιχειρήσεις, μικρές, μεσαίες επιχειρήσεις, βρίσκονται σε μια πολύ έντονη επενδυτική δραστηριότητα. Θέλουν να στοιχηματίσουν και να επενδύσουν στο μέλλον των εταιρειών τους γιατί βλέπουν ένα μέλλον -παρά τις δυσκολίες- πιο αισιόδοξο. Αντιλαμβάνονται τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας. Μπορούν να προβλέψουν την πολιτική τους διότι ξέρουν ότι το φορολογικό σύστημα δεν θα αλλάζει κάθε τρεις και λίγο».

