Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πολιτικής ανισορροπίας με άμεσες επιπτώσεις στον τρόπο που λειτουργεί η ίδια η κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Ωστόσο, παρότι έχουμε μια κυβέρνηση με πραγματική πολιτική απήχηση… αξιωματικής αντιπολίτευσης, εντούτοις δεν νομίζω να έχει υπάρξει κυβέρνηση που να απολαμβάνει μια τόσο κυρίαρχη θέση στο πολιτικό σκηνικό και να αισθάνεται τόσο ασφαλής σε βαθμό αλαζονείας.
Απέναντι σε αυτή την εικόνα κυριαρχίας της κυβερνητικής παράταξης, αυτό που έχουμε είναι μια δημοκρατική αντιπολίτευση σε κρίση. Από τη δυσκολία του ΠΑΣΟΚ να διατηρήσει μια ανοδική δυναμική, μέχρι τις επιπτώσεις της αποδιάρθρωσης του ΣΥΡΙΖΑ και την αδυναμία της Νέας Αριστεράς να κατοχυρώσει επαρκή εκλογική δυναμική, ενώ το ΚΚΕ ούτως ή άλλως αρνείται να τοποθετηθεί ως εν δυνάμει κυβερνητική πρόταση. Την ίδια ώρα η Ακροδεξιά σε διάφορες παραλλαγές δείχνει να συνεχίζει να ενισχύεται.
Σε αυτό το τοπίο μπορώ να καταλάβω τις φωνές που ζητούν να ενωθεί και να συνεργαστεί η δημοκρατική αντιπολίτευση.
Ως ένα βαθμό αυτό που λένε έχει βάση.
Όμως, μόνο ως ένα βαθμό.
Γιατί όσο προφανές είναι ότι προϋπόθεση για να υπάρξει εναλλακτική είναι να υπάρξει συσπείρωση δυνάμεων και συγκέντρωση όρων, άλλο τόσο προφανές είναι – πιο σωστά θα ‘πρεπε να είναι- ότι από από μόνο του αυτό δεν αρκεί.
Γιατί πολύ απλά η πολιτική δεν είναι υπόθεση μόνο αριθμητικής. Και σίγουρα δεν είναι απλώς υπόθεση πρόσθεσης.
Γιατί εάν αθροίσουν τις δυνάμεις τους πολιτικές δυνάμεις χωρίς σαφής στρατηγική, χωρίς επεξεργασμένο πρόγραμμα και χωρίς μια απτή πολιτική πρόταση, απλώς θα φτιάξουν ένα μεγαλύτερο πολιτικό σχηματισμό που θα έχει ακριβώς τα ίδια σοβαρά ελλείμματα σε στρατηγική, πρόγραμμα και σε πειστική, ικανή να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει την κοινωνία, πολιτική πρόταση.
Και αυτό θα το καταλάβει η κοινωνία και μάλλον δεν θα ακολουθήσει.
Γιατί αυτό που λείπει από τη δημοκρατική αντιπολίτευση δεν η «γεωμετρία», αλλά το περιεχόμενο.
Δηλαδή, το εάν η όποια – αναμφίβολα αναγκαία – συσπείρωση θα έχει κάτι να πει και μάλιστα με τον αξιόπιστο τρόπο που αναλογεί σε μια δυνάμει πρόταση διακυβέρνησης.
Και αυτό δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις απλές ανακοινώσεις καταγγελίας των κυβερνητικών μέτρων, ούτε από το copy-paste από ανακοινώσεις συνδικαλιστικών και μαζικών φορέων, ούτε από επιλεκτικές υποτίθεται «θεαματικές» νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Απαιτεί γνώση, μελέτη και επεξεργασία μέτρων που θα συνιστούν πραγματική τομή με το σήμερα, δίνοντας μια διαφορετική προοπτική και διέξοδο στη μεσαία τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Και επειδή μιλάμε για δυνάμεις και ανθρώπους που σε διαφορετικές στιγμές άσκησαν κυβερνητική εξουσία απαιτείται και μια αποτίμηση: τι έμαθαν, για ποια πράγματα κάνουν αυτοκριτική, τι θα έκαναν διαφορετικά, γιατί τώρα θα τα καταφέρουν καλύτερα.
Όσο απουσιάζουν όλα αυτά και όσο η συζήτηση για την ηγεσία περιορίζεται στο «αφήστε με να ζήσω το μύθο μου» και όχι στο ποιος όντως μπορεί να εκπροσωπήσει όχι απλώς έναν πολιτικό χώρο, αλλά μια διαφορετική ιστορική δυναμική για τον τόπο, οποιαδήποτε συζήτηση με όρους γεωμετρίας δεν έχει νόημα.
Ή για να το πω διαφορετικά οποιαδήποτε πρόσθεση πολιτικών δυνάμεων θα είναι εξ ορισμού αναποτελεσματική όσο συνεχίζεται η αφαίρεση πολιτικού περιεχομένου.

