Ο πυρήνας της δημοκρατίας είναι ότι σε τελική ανάλυση αποφασίζουν οι πολίτες. Πράγμα που σημαίνει ότι εξ ορισμού όλες οι πολιτικές, τουλάχιστον όσες κινούνται εντός των ορίων του κράτους δικαίου, είναι εξίσου νομιμοποιημένες. Απλώς σε διαφορετικές συγκυρίες οι πολίτες κάνουν διαφορετικές επιλογές. Άλλοτε κρίνουν ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην αγορά και την επιχειρηματικότητα, άλλοτε στην αναδιανομή εισοδήματος, στην κοινωνική δικαιοσύνη και τον ενεργητικότερο ρόλο του κράτους.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα με τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι ότι είναι νεοφιλελεύθερη. Αυτό είναι κάτι με το οποίο κανείς μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί. Ούτε καν ότι έχει αποτύχει να ανταποκριθεί σε κοινωνικές ανάγκες, όπως είναι η καταπολέμηση της ακρίβειας ή ανασυγκρότηση και αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Όλα αυτά είναι λόγοι να έχει πολιτικό κόστος και σίγουρα θα σταθμιστούν όταν έρθει η ώρα από τους πολίτες.
Το πρόβλημα με τη Νέα Δημοκρατία είναι ότι με τη συστηματική θεσμική παραβατικότητά της μεταλλάσσει τη δημοκρατία και υπονομεύει το κράτος δικαίου. Κάνει τη χώρα θεσμικά να είναι κάτι άλλο από αυτό που διαμορφώθηκε σε όλη τη διαδρομή της Μεταπολίτευσης, με όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα που υπήρξαν.
Γιατί αυτό που η Νέα Δημοκρατία έχει διαμορφώσει ως «καθεστώς» απέχει πολύ από το να είναι μια κανονική δημοκρατία.
Γιατί δεν είναι δημοκρατικό ένα καθεστώς όπου το Μέγαρο Μαξίμου, δηλαδή ο μηχανισμός γύρω από τον πρωθυπουργό, που έχει και την ευθύνη των μυστικών υπηρεσιών, μπορεί να παρακολουθεί τα στελέχη της κυβέρνησης, ανώτερους δικαστικούς, ανώτατους αξιωματικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους για να μπορεί να τους «κρατάει» και να τους εκβιάζει, αξιοποιώντας και τις «νόμιμες επισυνδέσεις» της ΕΥΠ και παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό.
Ένα καθεστώς όπου ακριβώς στη βάση και τέτοιων πρακτικών η κυβέρνηση εξασφαλίζει ότι θα έχει ασυλία απέναντι στις ποινικές και πολιτικές ευθύνες, ακριβώς επειδή στη Βουλή θα χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως διαρκές απαλλακτικό βούλευμα και στη δικαιοσύνη θα γνωρίζει ότι οι υποθέσεις της θα αρχειοθετούνται.
Ένα καθεστώς όπου κρίσιμες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, αναντικατάστατες για την ενίσχυση της αγροτιάς, διατρέχουν τώρα κίνδυνο ακριβώς επειδή αυτή η κυβέρνηση τις χρησιμοποίησε για προεκλογικό σκοπό και τώρα προσπαθεί να εξασφαλίσει ατιμωρησία για τα εμπλεκόμενα στελέχη της, παρότι αυτά βρίσκονται στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών.
Ένα καθεστώς όπου η Βουλή έχει πάψει να μπορεί να ασκήσει πραγματικό έλεγχο, καθώς η κυβερνητική πλειοψηφία τη χρησιμοποιεί απλώς ως μηχανισμό προσυπογραφής προειλημμένων αποφάσεων και όπου ο πρωθυπουργός έχει σταματήσει καιρό τώρα να αναλαμβάνει πολιτικές ευθύνες.
Ένα καθεστώς όπου η κυβέρνηση εδώ και πολύ καιρό χρησιμοποιεί ένα από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά πακέτα, αυτό του Ταμείου Ανάκαμψης, όχι για να γίνουν αναγκαία έργα ή για να αναβαθμιστούν οι υποδομές, αλλά για να διαμορφωθεί ένα φιλοκυβερνητικό επιχειρηματικό οικοσύστημα, συχνά με επιχειρήσεις που εμφανίζονται από το πουθενά και καταλήγουν να έχουν τεράστιους τζίρους, το οποίο στη συνέχεια αναλαμβάνει να «συμβάλει» και στη διαμόρφωση ενός ανάλογου φιλοκυβερνητικού μιντιακού οικοσυστήματος.
Ένα καθεστώς όπου μια κυβέρνηση που δημοσκοπικά καταρρέει και απλώς προβάλλει τη «μαγική εικόνα» δημοσκοπήσεων που δεν μετρούν τα κόμματα που θα την αμφισβητήσουν πραγματικά, διατυπώνει μια πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που περιλαμβάνει προτάσεις κομμένες και ραμμένες ώστε ει δυνατόν να κυβερνά στο διηνεκές ακόμη και με πολύ χαμηλά ποσοστά.
Ένα καθεστώς που επιχειρεί να αποθαρρύνει μαζικά τους ψηφοφόρους που διαφωνούν μαζί του ώστε να αυξηθεί τόσο πολύ η αποχή και ακόμη και με μειωμένο απόλυτο αριθμό ψήφων να διεκδικήσει την εξουσία.
Ένα καθεστώς όπου το πολιτικό στέλεχος που βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης των υποκλοπών βγαίνει και δίνει συνεντεύξεις στις οποίες από τη μια λέει ότι τα «πήρε όλα επάνω του» για το καλό της παράταξης, αλλά παρ’ όλα αυτά αρνείται πεισματικά να βοηθήσει στη διαλεύκανση αυτής της υπόθεσης που εξακολουθεί να ρίχνει βαριά σκιά πάνω στη δημοκρατία μας.
Και το ακόμη πιο μεγάλο πρόβλημα με ένα τέτοιο καθεστώς, πέρα από την εργαλειοποίηση των θεσμών και την υπονόμευση της δημοκρατικής διαδικασίας είναι το ίδιο το χνάρι που αφήνει στην αντίληψη και την εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική. Τους κάνει να πιστεύουν ότι στην πολιτική αυτοί που είναι στην εξουσία μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν με ατιμωρησία, ότι στην πολιτική δεν μετρούν οι κοινωνικές ανάγκες αλλά το ποια οικονομικά συμφέροντα δείχνουν την πρέπουσα «ευγνωμοσύνη» στην κυβέρνηση, ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν προσφέρουν αντικειμενική ενημέρωση αλλά απλώς εξυπηρετούν διάφορες «ατζέντες», ότι πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί πάντα θα υπάρχει ένα τείχος διαπλοκής να εμποδίζει το να παίρνονται αποφάσεις προς όφελος του πραγματικού κοινωνικού συμφέροντος.
Σε ένα τέτοιο καθεστώς οι δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας διαρκώς θα απογοητεύονται και θα αποστρατεύονται, οι νέοι θα μεταναστεύουν γιατί δεν θα θέλουν να ζήσουν σε μια χώρα «μειωμένων προσδοκιών», και τα νοικοκυριά θα ασχολούνται ολοένα και λιγότερο με την πολιτική γιατί θα προέχει η επιβίωση σε μια χώρα όπου η πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών διαρκώς θα υποχωρεί.
Είναι σαφές ότι η χώρα δεν έχει απλώς ανάγκη από μια ακόμη κυβερνητική εναλλαγή. Έχει ανάγκη μια πολιτική αλλαγή, μια μεγάλη πολιτική, κοινωνική και θεσμική ανατροπή που θα αποκαταστήσει τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών και θα επαναφέρει την πολιτική συζήτηση και την αντιπαράθεση ιδεολογιών και προγραμμάτων στις πραγματικές βάσεις της. Με την ελπίδα ένα μέρος από τον χαμένο χρόνο να ανακτηθεί.
in.gr

