Επεισόδιο 6: Μέσα Μαΐου στον Λογοπόταμο
Στον Λογοπόταμο, ο Μάης είχε μπει για τα καλά. Οι αυλές είχαν ανοίξει, τα τραπεζάκια είχαν βγει έξω και οι άνθρωποι άρχισαν πάλι να κυκλοφορούν περισσότερο στους δρόμους. Όχι μόνο για βόλτα. Κυρίως για κουβέντα.
Και τι κουβέντα…
Γιατί στο χωριό, αυτό το μήνα, όλοι νιώθουν πως κάτι ξεκινά. Ή τελειώνει. Ή και τα δύο μαζί.
Την ίδια μέρα που η πορεία ειρήνης διέσχιζε τον μεγάλο δρόμο που ενώνει τις γειτονιές του χωριού, οι περισσότεροι δεν κοιτούσαν μόνο τους ανθρώπους που περπατούσαν. Κοιτούσαν και ποιος περπατάει δίπλα σε ποιον. Ποιος χαιρετάει ποιον. Ποιος αποφεύγει ποιον. Στον Λογοπόταμο, ακόμα και η ειρήνη ήθελε… ανάλυση.
Στη μία άκρη του δρόμου, εμφανίστηκε ένας καινούριος παίκτης. Καλοντυμένος, χαμογελαστός, με ύφος ανθρώπου που «δεν καίγεται» αλλά καίγεται πολύ. Έκανε τραπέζια. Πολλά τραπέζια. Πρωινά, βραδινά, ενδιάμεσα. Και μαζί με τα τραπέζια, έπεφταν και τα τηλέφωνα.
— «Να τα πούμε λίγο…»
— «Θέλω τη γνώμη σου…»
— «Είσαι σημαντικός άνθρωπος…»
Στον Λογοπόταμο, όταν κάποιος σου λέει ξαφνικά ότι είσαι σημαντικός άνθρωπος, σημαίνει πως κάτι ζητάει. Και ζητούσε. Στήριξη, χαμόγελα, παρουσίες, “να είμαστε κοντά”. Άλλοι πήγαιναν από περιέργεια, άλλοι από υποχρέωση και άλλοι μόνο και μόνο για να δουν ποιοι άλλοι θα πάνε.
Λίγο πιο πέρα, ένας άλλος είχε αρχίσει να χάνει βήμα. Το καταλάβαινες από τον τρόπο που μιλούσε. Από τον τρόπο που χαμογελούσε. Από το πόσο συχνά έλεγε «δεν με ενδιαφέρουν εμένα αυτά». Στον Λογοπόταμο, όποιος το λέει πολύ συχνά… μάλλον τον ενδιαφέρουν περισσότερο από όλους.
Κάποια στιγμή, τον είδαν να απομακρύνεται σιγά-σιγά από την παρέα. Όχι με φασαρία. Με εκείνα τα γνωστά, μικρά, ελαφριά πηδηματάκια ανθρώπου που θέλει να φύγει χωρίς να φανεί ότι φεύγει.
— «Πού πάει;» ρώτησε κάποιος.
— «Δεν πάει. Απλώς… αποσυμπιέζεται», απάντησε ένας Ψιθυράκης με σοβαρότητα.
Κανείς δεν κατάλαβε τι εννοούσε, αλλά όλοι έγνεψαν καταφατικά.
Και κάπου στο βάθος, υπήρχε κι ένας τρίτος. Ήρεμος εξωτερικά, αλλά με μάτια που έκαναν συνεχώς υπολογισμούς. Αυτός είχε άλλο σχέδιο. Δεν ήθελε να βγει απλώς μπροστά. Ήθελε να βγει μπροστά… αφού κάνει στην άκρη το μεγάλο αφεντικό.
Δεν το έλεγε ανοιχτά. Το δούλευε «θεσμικά». Με κουβέντες, με διαρροές, με “τυχαίες” συναντήσεις και με εκείνο το διαχρονικό ύφος του ανθρώπου που λέει:
— «Εγώ; Ό,τι αποφασιστεί…»
Ενώ μέσα του έχει ήδη αποφασίσει τα πάντα.
Στον Λογοπόταμο, βέβαια, τίποτα δεν έμενε κρυφό. Οι μισοί ψάχνονταν, οι άλλοι μισοί τρολάρονταν και κάποιοι είχαν περάσει σε άλλο επίπεδο: αυτοτρολάρονταν μόνοι τους πριν προλάβουν οι υπόλοιποι.
Υπήρχαν κι εκείνοι που δεν ήξεραν πού να κρυφτούν. Άλλαζαν τραπέζια, άλλαζαν παρέες, άλλαζαν διαδρομές στον δρόμο της πορείας μόνο και μόνο για να μη συναντηθούν με κάποιον που μέχρι χθες αποκαλούσαν “αδερφό”.
Γιατί στον Λογοπόταμο, οι πολιτικές συγγένειες κρατούσαν περίπου όσο ένας καφές.
Κι έτσι, ενώ η πορεία ειρήνης περνούσε μέσα από το χωριό με πανό, συνθήματα και λουλούδια, οι περισσότεροι κάτοικοι έμοιαζαν να δίνουν τη δική τους, εσωτερική πορεία.
Μια πορεία γεμάτη υπολογισμούς, δεύτερες σκέψεις, τηλέφωνα, προσκλήσεις και χαμόγελα που κρατούσαν ακριβώς όσο χρειαζόταν μια φωτογραφία.
Και κάπου εκεί, ένας γέρος του χωριού που καθόταν μόνος του στην άκρη του δρόμου, χαμογέλασε και είπε:
«Η ειρήνη είναι ωραίο πράγμα… αλλά στον Λογοπόταμο, πιο πολύ αγαπάνε την ανακωχή.»

