Κάποτε, σε μια γωνιά του κόσμου που δεν τη βρίσκεις εύκολα σε χάρτη, υπήρχε ένα παράξενο χωριό. Το έλεγαν Λογοπόταμο, γιατί ακριβώς στη μέση του περνούσε ένα ποτάμι που δεν κουβαλούσε μόνο νερό, κουβαλούσε και… κουβέντες.
Το ποτάμι χώριζε το χωριό στα δύο.
Από τη μία πλευρά ζούσαν οι Ψιθυράκηδες. Μιλούσαν ασταμάτητα, με πολλές λέξεις, με παραγράφους, με εξηγήσεις, με χειρονομίες. Έλεγαν τόσα πολλά, που στο τέλος ούτε οι ίδιοι θυμόντουσαν τι είχαν ξεκινήσει να λένε.
Από την άλλη πλευρά ζούσαν οι Βροντάκηδες. Αυτοί δεν μιλούσαν πολύ, αλλά όταν μιλούσαν, μιλούσαν δυνατά. Με στόμφο, με αποφασιστικότητα, με ύφος σίγουρο. Το πρόβλημα ήταν ότι, παρότι ακουγόταν σαν να λένε κάτι πολύ σημαντικό… κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τι.
Κάθε τόσο οι δύο πλευρές συναντιόντουσαν στη γέφυρα του ποταμού για να συζητήσουν τα μεγάλα θέματα του χωριού.
Ο πρώτος Ψιθυράκης έπαιρνε τον λόγο:
«Θα έλεγα ότι υπό τις παρούσες συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη το γενικότερο πλαίσιο των εξελίξεων και την πιθανή προοπτική μιας μελλοντικής κατεύθυνσης…»
Οι Βροντάκηδες κούναγαν το κεφάλι σοβαρά.
Και τότε σηκωνόταν ένας από αυτούς και απαντούσε:
«Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το ζήτημα βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που πρέπει να το δούμε συνολικά, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την ουσία της ουσίας.»
Οι Ψιθυράκηδες χειροκροτούσαν.
Κάθε φορά τελείωνε η συζήτηση με τον ίδιο τρόπο:
Όλοι έγνεφαν καταφατικά, όλοι συμφωνούσαν πως ειπώθηκαν σπουδαία πράγματα, και όλοι έφευγαν βέβαιοι ότι… κάτι σημαντικό αποφασίστηκε.
Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι κανείς δεν ήξερε τι.
Λέγεται μάλιστα πως κάποτε πέρασε από το χωριό ένας ταξιδιώτης και ρώτησε έναν γέροντα:
— «Συγγνώμη, εδώ γιατί μιλάνε όλοι τόσο πολύ;»
Ο γέροντας χαμογέλασε.
— «Γιατί, παιδί μου, εδώ στον Λογοπόταμο έχουμε ένα μεγάλο ταλέντο…»
— «Ποιο;»
— «Να μιλάμε όλοι μεταξύ μας… χωρίς να λέμε απολύτως τίποτα.»
Και από τότε, όποτε κάποιος ακούει μια μεγάλη κουβέντα που δεν βγάζει άκρη, λέει χαμογελώντας:
«Α, αυτά είναι λόγια από το χωριό του Λογοπόταμου…».

