Το ποίημα «Της Αρτέμιδας τα Πάθη» του Θωμά Καλαμπόκη είναι ένα σύγχρονο μοιρολόι για έναν τόπο που δοκιμάζεται. Ένα κείμενο βαθιά πολιτικό και ταυτόχρονα ανθρώπινο, που πιάνεται από τη μνήμη, τη γη και το δικαίωμα των ανθρώπων να ορίζουν τον τόπο όπου επέλεξαν να ζήσουν.
Με λόγο συμβολικό και άμεσο, ο ποιητής μιλά για την Αρτέμιδα ως χώρο σύγκρουσης: ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία, στην ανάπτυξη και τον σεβασμό, στο δημόσιο συμφέρον και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αγγίζει ζητήματα όπως η επέκταση του αεροδρομίου, η διαχείριση της γης, η μνήμη των νεκρών και η περιβαλλοντική επιβάρυνση, αποτυπώνοντας το αίσθημα αδικίας που γεννιέται όταν ένας τόπος παύει να ανήκει στους ανθρώπους του.
Το ποίημα μας εστάλη με email από τον ίδιο τον δημιουργό, τον κύριο Θωμά Καλαμπόκη, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για την εμπιστοσύνη και την παραχώρηση του έργου του.
Ακολουθεί αυτούσιο το ποίημα, όπως ακριβώς μας εστάλη.
ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΑΣ ΤΑ ΠΑΘΗ – ΠΟΙΗΜΑ – ΜΟΙΡΟΛΟΙ
Γραμμένο από τον Συγγραφέα, Ποιητή και Αρθρογράφο
ΘΩΜΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΗ

«Κάτω στην Αρτέμιδα και στην Κάτρας εκεί στη ράχη
στου αεροδρομίου το παλμό με νεκρούς για χάρη.
Εκεί δέντρο δεν ήταν και δέντρο ξαναφύτρωσε.
Το δέντρο ήταν το αεροδρόμιο και ρίζα το κοιμητήριο
κι αυτά τα ριζοπλέγματα ήτανε μάρτυρες
που μαρτυρούσαν κι έλεγαν της Αρτέμιδας τα πάθη.
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λιποθυμούν.
Σήμερα βάλανε βουλή, του αεροδρομίου διοικούντες
να μη γίνει επέκταση, για νεκρούς κατοικούντες.
Και ο λαός σαν τάκουσε έπεσε και λιποθύμησε.
Κι ο δήμαρχος ο Μάρκου, στενάζει, βαριά επλήγη.
Τη ρήση ευθύς θυμήθηκε, του βασιλιά Γουλιέλμου,
σε συμπλοκή του γιου του του άμπαρδου Ροβέρτου,
πηγώντας της περιουσίας, μερίδιο να του δώσει
και την Νορμανδία ολόκληρη, να του παραδώσει.
Και ο Γουλιέλμος ψύχραιμος και κρίση λογική,
την απάντησή του έδωσε με παραβολή.
“Η συνήθεια να γδύνομαι πριν πέσω να κοιμηθώ”
Για να δηλώσει άρνηση, στου Ροβέρτου το σκοπό.
Κι έμεινε αυτή η φράση σε όλη την οικουμένη,
να λέγεται σε σφίγγες περιπλεγμένη.
Από ανθρώπους που αρνούνται να δώσουν περιουσία,
που στο χώρο κατοικούν με αγώνα και θυσία.
Αρνήθηκε λοιπόν ο δήμαρχος και οι Σύμβουλοι του όλοι,
να δώσουν του δήμου περιουσία προς δόξαν του αεροδρομίου, της εξουσίας.
Για δες καιρό που διάλεξε ο του αεροδρομίου διοικούντες
να αξιώνουν μερίδιο στη γη με νεκρούς κατοικούντες.
Ο Κέρβερος από τη μια κι οι εργάτες απ’ την άλλη,
απ’ τον τάφο ευθύς πετάχτηκαν, να μας θυμίσουν πάλι,
“ότι των νεκρών η ταφή είναι πολιτισμός
κι όποιος αυτό δεν σέβεται, είναι κανιβαλισμός.”
Δεν είναι κρίμα κι άδικο, δεν είναι και κατάρα,
που έζησαν την Αρτέμιδα, με το αεροδρόμιο αντάμα;»
Σαν άντρας ο αδελφός
σαν νύφη η αδελφή
στον κόρφο του κλεισμένη
κι αν δεν δείξει υπακοή
στον κόσμο, πιο δεν βγαίνει.
Της μοίρας ήτανε γραφτό,
της Αρτέμιδας ο λαός,
να ζει σε περιβάλλον ζοφερό,
απελπισμένο, εφιαλτικό.
Και δικαίωμα κανένα,
στον τόπο, όπου διάλεξε,
με κόπο και μαρτύρια.
Μη εδώ, μη εκεί,
όπου θάλασσα και γη,
είναι του Χασετή.
“Κάντε πέρα να περάσω,
δικά μου είναι, μην τα χάσω.”
Να θυμηθούμε απ’ τα παλιά,
τη λεηλασία του πασά.
Μορίδιο το δημόσιο,
την Αλυκή θα να πάρει,
και την παραλία ολόκληρη,
δική του να την κάνει.
Μερίδιο και η ΕΥΔΑΠ,
τη θάλασσα γουστάρει,
στα καθαρά της τα νερά,
τα λύματα να βάλει.
Να γίνει η θάλασσα βιο-α-λογική,
λουόμενους να πλανεύει,
κι αν η υγεία τους κλονιστεί,
θεραπεία να γυρεύει.
Μερίδιο η Αρχαιολογία,
όπου η θεά γονάτισε,
για ελαφροβολία,
κι όπου γυμνοβολούσε,
με υπόληψη συνοδεία.
Ξενώνες να παρηγορήσει,
ως θεά Βραυρωνία.
Μερίδιο το Δασαρχείο,
αχίμ και με ελιές φυτεμένο,
δάσος είναι κι αυτό,
στη γη μας φυτρωμένο.
Μερίδιο και το αεροδρόμιο,
το παζλ να συμπληρώσει,
σε γη και αέρα ν’ απλωθεί,
χορτάρι να μη φυτρώσει.
Στάχτη και κουρνιαχτός,
η Αρτέμιδα να γίνει,
αρνείται το δικό τους μερίδιο,
ανέπαφο να μείνει.
Της μοίρας ήτανε γραφτό,
της Αρτέμιδας οι κάτοικοι,
να ζούνε σε περιορισμό,
και δικαίωμα κανένα,
στον τόπο που διάλεξαν,
με ιδρώτα και με αίμα.
Μη εδώ, μήτε κει,
είναι του Χασετή.
Φίλοι μου αγαπητοί
της Αρτέμιδας την πόλη,
για σας είναι ζηλευτή
και σεις την κάνατε γνωστή,
στον κόσμο και στη Χώρα όλη.
Έτσι είναι, κι αν έτσι νομίζετε,
ούτε σπυρί αλάτι να μη δίνετε.
Εδώ φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί,
βλάμηδες γεννήκαμε, για όλη τη ζωή.
Κι όσοι νομίζουν ότι πιάσανε,
το χέλι απ’ την ουρά,
θα πέσει και να ξέρουν,
ότι το χέλι πάντα γλιστρά.
Με σύνεση κι αγάπη
η στιχουργία αυτή εγράφη,
όσους φίλους χαιρετώ
και άλλους, πολύ τους αγαπώ.
Και όλοι μαζί ας ζούμε,
στη γη που την πατούμε.
Ο παντοτινός φίλος
Θωμάς Καλαμπόκης

