Η δημιουργία της Νέας Δημοκρατίας ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Πήρε έναν πολιτικό χώρο, αυτό της ελληνικής δεξιάς, που κουβαλούσε βαριά ιστορία, με αρκετές μελανές σελίδες, από τον Διχασμό, τη στήριξη αυταρχικών και αντιδημοκρατικών λογικών (από τον Μεταξά έως τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών), τη μετεμφυλιακή βία και καταστολή, και του έδωσε τη δυνατότητα να είναι ένα σύγχρονο δημοκρατικό, θεσμικό, κεντροδεξιό κόμμα.
Προφανώς χρειάστηκε τα πρώτα χρόνια να πετύχει δύσκολες ισορροπίες και να συμπεριλάβει πολλές φωνές (τα κόμματα εξουσίας άλλωστε είναι εξορισμού πολυσυλλεκτικά) αλλά κατάφερε να τραβήξει διαχωριστικές γραμμές απέναντι και στον μετεμφυλιακό αντικομμουνισμό (άλλωστε πήρε εξαρχής την πρωτοβουλία να νομιμοποιήσει την κομμουνιστική αριστερά στη μεταπολίτευση) και τις χουντικές παραδόσεις, ενώ με τον κοινωνικό φιλελευθερισμό προσπάθησε να δώσει έμφαση στο κοινωνικό πρόσωπο.
Προφανώς στα χρόνια που ακολούθησαν η Νέα Δημοκρατία εξελίχθηκε. Όταν εμφανίστηκαν οι νεοφιλελεύθερες ιδέες το κόμμα αυτό θα είναι ο βασικός φορέας υποδοχής, ιδίως υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, όμως το αρχικό τίμημα ήταν μεγάλο, εάν σκεφτούμε πόσο θριαμβευτικά πήρε την εξουσία το 1990 και πώς την έχασε το 1993. Γι’ αυτό και πάντα υπήρχε στο εσωτερικό της και η αγωνία για έμφαση σε ένα κοινωνικό πρόσωπο, σε μια ικανότητα να μην είναι απλώς η παράταξη της αγοράς.
Η Νέα Δημοκρατία θα κλονιστεί από την οικονομική κρίση. Άλλωστε, ως κόμμα εξουσίας φέρει ευθύνη, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, για το πώς έφτασαν τα πράγματα εκεί. Τα μνημόνια θα είναι μια δοκιμασία, αλλά και μια καμπή. Ας μην ξεχνάμε ότι θα πιεστεί για να συμμετέχει στη διαχείρισή τους και η εμπειρία της εφαρμογής του θα είναι ένα τραύμα. Και τότε ήταν που άρχισε μια κρίσιμη μετάλλαξη που έγινε πιο έντονη από τη στιγμή που ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε την κούρσα της ηγεσίας, συμμαχώντας με την ακροδεξιά πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας.
Μέχρι τότε η Νέα Δημοκρατία είχε εφαρμόσει Μνημόνια (και είχε πληρώσει το κόστος για αυτό) αλλά αυτό είχε περισσότερο το χαρακτήρα μιας αναγκαστικής επιλογής. Ωστόσο, σταδιακά στην ελληνική δημόσια σφαίρα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ένα ιδεολογικό ρεύμα, αρκετοί το χαρακτήρισαν χρησιμοποιώντας τον όρο «Ακραίο Κέντρο», που θεωρούσε θετικές και αναγκαίες τις πολιτικές των Μνημονίων, που επικροτούσε αυτή η βίαιη και αυταρχική νεοφιλελεύθερη πολιτική. Το ρεύμα αυτό είχε απήχηση μέσα στη Νέα Δημοκρατία αλλά κυρίως δυνάμωνε εκτός αυτής – η δημιουργία του Ποταμιού ήταν ένα παράδειγμα, για να μην αναφερθούμε στις μετατοπίσεις στελεχών που είχαν ξεκινήσει από το ΠΑΣΟΚ.
Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη σταδιακά υιοθετεί αυτή την ταυτότητα. Πίσω από την επίκληση του «Κέντρου» βρισκόταν ένας σκληρός νεοφιλελευθερισμός, που συχνά δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί και αντικομμουνιστικούς τρόπους απέναντι στις κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμη και να εργαλειοποιεί ζητήματα – πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα η πολεμική του Κυριάκου Μητσοτάκη ενάντια στην Συμφωνία των Πρεσπών παρότι ιστορικά και η οικογένειά του και το ρεύμα που εκπροσωπούσε ήταν υπέρ ενός συμβιβασμού στο θέμα του ονόματος. Καθόλου τυχαία η λογική της συναίνεσης ή του διαλόγου εγκαταλείπεται, με αποτέλεσμα το παράδοξο η Νέα Δημοκρατία να έχει ψηφίσει το Τρίτο Μνημόνιο, αλλά επειδή αυτό το εφάρμοζε μια εχθρική κυβέρνηση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ να αρνείται υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη την παραμικρή συναίνεση.
Η προοπτική της εξουσίας είναι πάντα ενοποιητικό στοιχείο για τα κόμματα και έτσι η θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη διαρκώς ενισχυόταν μέσα στο κόμμα. Η νίκη στις εκλογές του 2019 στην πραγματικότητα επιτάχυνε τη μετάλλαξη της Νέας Δημοκρατίας. Ουσιαστικά, πλέον στη Νέα Δημοκρατία ηγεμονεύουν ρεύματα που βρίσκονται εκτός του ιστορικού ιδεολογικού της πυρήνα. Από τη μια όλες οι παραλλαγές του «Ακραίου Κέντρου» εκπροσωπούμενες – και αυτό έχει σίγουρα το συμβολισμό του – από στελέχη με προέλευση από το ΠΑΣΟΚ (γιατί και εκεί τα Μνημόνια θα προκαλέσουν αποκλίνουσες τάσεις), και από την άλλη η Ακροδεξιά που δεν κατακτά μόνο υπουργεία επηρεάζει και τη ρητορική σε κρίσιμα ζητήματα, όπως το μεταναστευτικό και το προσφυγικό.
Την ίδια στιγμή ο Κυριάκος Μητσοτάκης εισάγει ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης, αυτό που ονομάζει «επιτελικό κράτος», που συγκεντρώνει όλες τις ουσιαστικές αποφάσεις στα χέρια του Πρωθυπουργού και του στενού μηχανισμού γύρω του. Η συγκέντρωση αυτή εξουσίας, όπως πληροφορηθήκαμε το 2022, γινόταν και με αθέμιτους τρόπους, δηλαδή μέσα από την παρακολούθηση ακόμη και κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών, πρώτα μέσω ΕΥΠ και στη συνέχεια μέσω του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Αυτή η διεργασία στην πράξη σταδιακά παραγκώνιζε όχι μόνο στελέχη (ουσιαστικά απαιτούσε από βουλευτές αλλά ακόμη και υπουργούς να δίνουν διαρκώς εχέγγυα «νομιμοφροσύνης» στο Μέγαρο Μαξίμου) αλλά και πλευρές της ίδιας της ταυτότητας της Νέας Δημοκρατίας. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που η σταδιακή μετατόπιση σε μια ενδοτική πολιτική απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό δημιουργούσε πραγματικές εντάσεις μέσα στο κόμμα. Αντίστοιχα, η αποτυχία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει προβλήματα, όπως η ακρίβεια, με εμμονή σε αποτυχημένες νεοφιλελεύθερες συνταγές, ερχόταν σε σύγκρουση με όσους επέμεναν στην ανάγκη μια μεγάλη λαϊκή παράταξη να έχει και κοινωνικό πρόσωπο.
Αποκορύφωμα όλων των μετατοπίσεων ο τρόπος που μέσα από το επιτελικό κράτος διαμορφώθηκε και μια νέου τύπου διαπλοκή. Από τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι την κατανομή και διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, διαμορφώθηκε ένα νέο πρότυπο όπου επιχειρήσεις ενισχύονται επιλεκτικά, ενίοτε εκτινάσσονται από την ανυπαρξία στην εντυπωσιακή κερδοφορία, όμως με την υποχρέωση να «ξεχρεώσουν» την ενίσχυση πρωτίστως μέσω της δημιουργίας ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος. Ο συμβολισμός ότι επί των ημερών του Κυριάκου Μητσοτάκη ένας αριθμός κομματικών στελεχών αμείβονταν μέσω ιδιωτικής εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων αυτών που θα συγκροτήσουν τη διαβόητη «Ομάδα Αλήθειας», είναι ενδεικτικός. Το ίδιο και το γεγονός ότι μπορεί κανείς να ανιχνεύσει εύκολα τις διαδρομές ανάμεσα στην ευνοϊκή μεταχείριση επιχειρήσεων και την πολιτική τοποθέτηση μέσων ενημέρωσης.
Όμως, όλη αυτή η διεργασία ήταν στην πραγματικότητα και μια ανοιχτή πληγή στη Νέα Δημοκρατία. Η συγκέντρωση εξουσίας και οι νέες διαδρομές της διαπλοκής αποξένωναν στελέχη και μέλη. Η ταύτιση πια της Νέας Δημοκρατίας με τα σκάνδαλα, γινόταν ανυπόφορη για όσα στελέχη και μέλη κατανοούν τη σημασία της ηθικής ακεραιότητας στην πολιτική. Η ισχυροποίηση στελεχών και ανθρώπων, που συχνά απέκτησαν πριν πολύ λίγα χρόνια την κομματική ταυτότητα, αλλά τώρα είναι έως και «επίσημοι διάδοχοι», για αρκετούς ανθρώπους με δεκαετίες στην κομματική δουλειά φαντάζει ως υφαρπαγή της παράταξης, το ίδιο και η υπερπροβολή στελεχών με προέλευση από σχηματισμούς της ακροδεξιάς.
Γνωρίζω καλά ότι στα κόμματα εξουσίας όπως η Νέα Δημοκρατία, η εξουσία είναι το συγκολλητικό στοιχείο και παράγοντας συνοχής. Σε αντίθεση με κόμματα αντιπολίτευσης, όπως είναι πολλοί σχηματισμοί της Αριστεράς όπου πολύ συχνά έχουμε εσωκομματική πάλη. Όμως, αυτό έχει και την αντίστροφη πλευρά. Σήμερα, η πολιτική, οργανωτική και ηθική μετάλλαξη της Νέας Δημοκρατίας ετοιμάζεται να της στοιχίσει την εξουσία. Γιατί εάν η Νέα Δημοκρατία έχει μπροστά της μια εκλογική συντριβή, αυτό έχει να κάνει με τα σκάνδαλα που βαραίνουν ολοένα και περισσότερο στη συνείδηση της κοινωνίας, με το κύμα ακρίβειας, τη στεγαστική κρίση, τα προβλήματα στο ΕΣΥ και κάθε τι άλλο που γεννά ανασφάλεια στους πολίτες, με τα Τέμπη και την άρνηση πραγματικής ανάληψης ευθύνης για το πώς ευρωπαϊκοί πόροι σπαταλιούνταν αντί να γίνουν άκρως απαραίτητες για την ασφάλεια των μεταφορών υποδομές, συνολικά με οτιδήποτε κάνει έναν ψηφοφόρο της ΝΔ να σκέφτεται ακόμη και αυτός ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή. Γι’ αυτό είναι ακριβώς η προοπτική απώλειας της εξουσίας που σήμερα οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΝΔ, ακόμη και εάν δεν πρόκειται να εκφραστούν όλα αυτά πολύ ανοιχτά. Όμως, όσο περνάει ο καιρός το φαινόμενο θα εντείνεται.
Γιατί δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με το εάν και σε ποιο βαθμό θα ενεργοποιηθεί το ένστικτο επιβίωσης εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας, παρότι όταν ένας βουλευτής αισθάνεται ότι θα χάσει την έδρα του εξαιτίας των επιλογών της ηγεσίας εύλογο είναι να αρχίσει να σκέφτεται την ανάγκη αυτή να αλλάξει. Πάνω από όλα έχουμε να κάνουμε με την αγωνία μιας μεγάλης λαϊκής παράταξης, που αισθάνεται ότι χάνει την ψυχή της και την ταυτότητά της, άρα και την ικανότητα να κοιτάει στα μάτια το ακροατήριό της και την ελληνική κοινωνία συνολικά.
Όπως ακριβώς η χώρα έχει ανάγκη μια μεγάλη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη, έτσι έχει και ανάγκη για μια μεγάλη δημοκρατική κεντροδεξιά παράταξη. Για να μπορεί να διατηρεί έναν δημοκρατικό πολιτικό κορμό με κόμματα που θα εναλλάσσονται στην εξουσία, για να έχει πολιτική αντιπαράθεση στη βάση προγραμμάτων και αρχών στη βάση μιας κοινής θεσμικής αντίληψης, για να υπάρχουν συναινέσεις εκεί που υπάρχουν, αλλά και εναλλαγές στην εξουσία, με όρους κανονικότητας. Κοντολογίς για να έχουμε μια δημοκρατία που μπορεί, όντως, να κάνει τη δουλειά της, μέσα σε εποχές δύσκολες και με μεγάλες προκλήσεις.
Ξέρω ότι στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας όλα αυτά θα επικαθοριστούν από το άνοιγμα της προεκλογικής περιόδου, ή τους διάφορους συμβολισμούς σε σχέση με την εκλογή στα όργανα. Όμως, ξέρω ότι μεταξύ αυτών που αγωνιούν όντως για το μέλλον της παράταξης (και όχι απλώς επειδή έχουν «δουλίτσες» σε εξέλιξη), αυτή είναι η συζήτηση που γίνεται.
in.gr

