Κάθε καλοκαίρι, από τις κορφές της Πίνδου μέχρι τα σοκάκια του Αιγαίου, και από τα ορεινά χωριά μέχρι τα παραθαλάσσια προάστια της Αττικής, η Ελλάδα μεταμορφώνεται σε μια απέραντη πλατεία. Κλαρίνα, λαούτα, βιολιά, κανονάκι, δημοτικά και νησιώτικα τραγούδια ξαναπαίρνουν τη θέση τους πάνω σε πρόχειρες εξέδρες, οι μυρωδιές από τα σουβλάκια απλώνονται στον νυχτερινό αέρα και ο κύκλος του χορού μεγαλώνει μέχρι τα ξημερώματα. Και μέσα σε αυτόν τον κύκλο, τα τελευταία χρόνια, συμβαίνει κάτι που λίγοι περίμεναν: οι νέοι επιστρέφουν. Όχι σαν θεατές, αλλά σαν πρωταγωνιστές.
Γιατί το πανηγύρι δεν είναι απλώς μια καλοκαιρινή διασκέδαση. Η ίδια η λέξη προέρχεται από την αρχαία λέξη «πανήγυρις», τη συνάθροιση όλου του λαού γύρω από μια γιορτή συνδεδεμένη με τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τη συλλογική μνήμη. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, το πανηγύρι υπήρξε αφορμή για σύναξη, λατρεία και χαρά, ένα ραντεβού της κοινότητας με τον εαυτό της.
Γύρω από τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, με αποκορύφωμα τον Δεκαπενταύγουστο, τη γιορτή της Παναγίας, κάθε περιοχή τιμά τους αγίους της με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Κοινός παρονομαστής παντού είναι η εγκάρδια φιλοξενία, η μαζική συμμετοχή και η χαρά της συνύπαρξης. Στα νησιά κυριαρχούν συχνά το βιολί και το λαούτο, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα πρωταγωνιστεί το κλαρίνο και ακριβώς αυτή η διαφορετικότητα είναι που κρατά τα πανηγύρια ζωντανά.
Ίσως, μάλιστα, η σημερινή επιστροφή να έχει τις ρίζες της σε μια περίοδο κατά την οποία αυτή η ανάγκη για συνάντηση έγινε πιο έντονη από ποτέ. Αμέσως μετά τον κορονοϊό και τους υγειονομικούς περιορισμούς δημιουργήθηκε ο φόβος πως τα πανηγύρια θα εξαφανίζονταν. Στην πράξη, όμως, συνέβη το αντίθετο: οι άνθρωποι, και κυρίως οι νέοι, επέστρεψαν σε αυτά με ορμή. Ο πολύμηνος εγκλεισμός, η κοινωνική απομόνωση και η επικοινωνία μέσα από οθόνες έκαναν πιο έντονη από ποτέ την ανάγκη των ανθρώπων να συναντηθούν ξανά, να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να πιαστούν από το χέρι και να μοιραστούν κοινές εμπειρίες. Μέσα στις συνεχείς κρίσεις, οι νέοι αναζητούν στα πανηγύρια μια αίσθηση μονιμότητας και συνέχειας, μια επαφή με το παρελθόν που τους δίνει αισιοδοξία για το μέλλον.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ένα μέρος της γοητείας τους. Σε μια εποχή ατομικισμού και ψηφιακής απομόνωσης, το πανηγύρι προσφέρει κάτι που δύσκολα βρίσκει κανείς αλλού: τη ζωντανή, συλλογική εμπειρία. Δεν υπάρχουν ζώνες επισήμων, εντυπωσιακά σκηνικά ή φίλτρα. Υπάρχει μια ορχήστρα, μια πλατεία, άνθρωποι κάθε ηλικίας και ένας χορός που μπορεί να ξεκινήσει από έναν ογδοντάχρονο και να καταλήξει σε έναν εικοσάχρονο που ίσως χορεύει για πρώτη φορά. Δεν υπάρχουν «πίστα» και «θεατές», αλλά ένας μεγάλος κύκλος ανθρώπων που χορεύουν, τραγουδούν και γνωρίζονται μεταξύ τους.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι τόσο αν το πανηγύρι έγινε μόδα, όσο γιατί μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στην ψηφιακή εποχή αισθάνεται την ανάγκη να επιστρέψει σε αυτό. Για πολλούς νέους, το πανηγύρι δεν είναι απλώς μια διαφορετική μορφή καλοκαιρινής διασκέδασης, αλλά ένας τρόπος να γνωρίσουν ξανά κάτι που τους συνδέει με τον τόπο, την οικογένεια και τη συλλογική μνήμη. Άλλοι έρχονται μέσα από τους πολιτιστικούς και χορευτικούς συλλόγους, άλλοι ανακαλύπτουν τους παραδοσιακούς χορούς μέσα από την ίδια την εμπειρία του πανηγυριού και άλλοι, ακόμη κι αν ξεκινούν απλώς από την παρέα, καταλήγουν να αναζητούν την ιστορία και την παράδοση του τόπου που επισκέφθηκαν.
Και αυτή η επιστροφή στις ρίζες δεν σημαίνει απομάκρυνση από τη σύγχρονη εποχή. Αντίθετα, η παράδοση συναντά την οθόνη και βρίσκει μέσα από αυτήν έναν καινούργιο τρόπο να ταξιδέψει. Στα κοινωνικά δίκτυα, οι νέοι μοιράζονται εικόνες και βίντεο από τα πανηγύρια, δημιουργούν ομάδες, ανταλλάσσουν πληροφορίες και οργανώνουν ταξίδια με μοναδικό σκοπό «να προλάβουν το καλό πανηγύρι». Hashtags, όπως #panigyri, γεμίζουν κάθε καλοκαίρι με στιγμές που, αν και βαθιά ριζωμένες στην παράδοση, μεταφέρονται στο σήμερα με έναν εντελώς νέο τρόπο. Το παράδοξο είναι πως, ακόμη κι όταν ένα πανηγύρι γίνεται viral, εκείνο που τελικά προσελκύει τον κόσμο δεν είναι η εικόνα στην οθόνη, αλλά η επιθυμία να βρεθεί ο ίδιος μέσα σε αυτήν.
Και αν υπάρχει ένας τόπος όπου αυτή η σχέση ανάμεσα στη μνήμη, την παράδοση και τη σύγχρονη ζωή φαίνεται καθαρά, αυτός δεν βρίσκεται απαραίτητα σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό. Βρίσκεται και στα αστικά, παραθαλάσσια προάστια, όπως η Ραφήνα. Η Διεύθυνση Πολιτισμού και Αθλητισμού του Δήμου Ραφήνας-Πικερμίου, σε συνεργασία με τους τοπικούς συλλόγους και φορείς, στηρίζει τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων και τη διατήρηση εθίμων που κρατούν ζωντανή τη συλλογική μνήμη και φέρνουν κοντά ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών.
Γιατί τελικά αυτό είναι το πανηγύρι: ένας κύκλος που δεν σπάει εύκολα. Στα καλοκαιρινά πανηγύρια αποκαλύπτεται η ψυχή κάθε τόπου. Δεν είναι απλώς διασκέδαση, αλλά μια τελετουργία που επανασυνδέει την κοινότητα: οι απόδημοι επιστρέφουν στα χωριά τους, οι γείτονες ανταμώνουν ξανά και άνθρωποι κάθε ηλικίας πιάνονται χέρι-χέρι στον κύκλο του χορού. Το μήνυμα παραμένει διαχρονικό: όσο σφιχτά ενωμένα μένουν τα χέρια στον κύκλο, τόσο δεμένοι μένουν και οι άνθρωποι της κοινότητας, μεταφέροντας τη μνήμη από γενιά σε γενιά.
Λαμπρινή Μπενάτση

