Να υποβαθμίσει τις καταστροφικές επιπτώσεις από τις πυρκαγιές επιχειρεί το Μέγαρο Μαξίμου ενώ η χώρα παραμένει σε επιφυλακή τις επόμενες μέρες
Με την επικοινωνιακή συνταγή του «τα σπίτια και τα δάση ξαναγίνονται» θα κινηθεί η κυβέρνηση και αυτό το καλοκαίρι, όπως έχει ξεκαθαρίσει προσωπικά ο πρωθυπουργός με τις δηλώσεις του για τις πρόσφατες πυρκαγιές. Εντωμεταξύ η χώρα θα τεθεί τις επόμενες ημέρες για μία ακόμη φορά σε «συναγερμό» λόγω πρόβλεψης υψηλών θερμοκρασιών, ξηρότητας και ανέμων, την ίδια στιγμή που το «επιτελικό κράτος» στην πολιτική προστασία κάθε άλλο παρά έχει πείσει για την αποτελεσματικότητά του.
Προχθές, στην σύσκεψη για τα μέτρα που θα ληφθούν για τους πυρόπληκτους μετά τις πυρκαγιές στην Αττικο-Βοιωτία, ο πρωθυπουργός φρόντισε να δώσει ξεκάθαρη κατεύθυνση στα κυβερνητικά στελέχη: «Όταν καίγεται ένα δάσος αυτό δεν σημαίνει ότι το δάσος αυτό χάνεται για πάντα» ήταν η χαρακτηριστική αναφορά του. Μια φράση που θυμίζει το επικοινωνιακό αφήγημα που διατηρεί δίχως παρέκκλιση τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση: Αυτή που είπε ο πρωθυπουργός μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του 2021 σύμφωνα με την οποία «τα σπίτια και τα δέντρα ξαναγίνονται»!
Αυτά ενώ στην χθεσινή συνέντευξη τύπου που παραχώρησε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου κάθε άλλο παρά αισιόδοξος φάνηκε για το ενδεχόμενο νέων πυρκαγιών τις οποίες απέδωσε στην κλιματική κρίση. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν θα υπάρξουν ξανά μεγάλες πυρκαγιές. Μπορούμε όμως να μειώνουμε συστηματικά τον κίνδυνο, να ενισχύουμε την ανθεκτικότητα των δασών και να αποκαθιστούμε γρήγορα και με επιστημονικό τρόπο τις περιοχές που πλήττονται».
Σύμφωνα με το ΑΠΕ μάλιστα έκανε και αποτίμηση της ζημιάς από τις πρόσφατες πυρκαγιές λέγοντας πως αποτελούν «μια ιδιαίτερα σοβαρή περιβαλλοντική καταστροφή, σημειώνοντας ότι η συνολική περίμετρος της πληγείσας περιοχής ανέρχεται σε περίπου 113.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα περίπου 95.000 βρίσκονται εντός της Περιφέρειας Αττικής». Όσον αφορά την αποκατάσταση των δασικών εκτάσεων ανακοίνωσε δύο ιδιωτικές συνεισφορές συνολικής αξίας 26,5 εκατομμυρίων τα οποία θα προστεθούν στα 46 εκατομμύρια των κρατικών πόρων.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή για έναν υπουργό σε μία κυβέρνηση7 χρόνων ήταν η παραδοχή του Σταύρου Παπασταύρου σύμφωνα με την οποία «για σχεδόν είκοσι χρόνια η Δασική Υπηρεσία δεν ενισχύθηκε με νέο προσωπικό». Ιδίως αναλογιστεί κανείς ότι τα προηγούμενα χρόνια από την διακυβέρνηση της Ν.Δ ήταν τα λεγόμενα «μνημονιακά». Ο υπουργός Περιβάλλοντος ανέφερε πως αυτό είχε ως αποτέλεσμα «να χαθεί ουσιαστικά μία ολόκληρη γενιά δασικών στελεχών, χωρίς να μπορέσει να μεταλαμπαδεύσει την πολύτιμη εμπειρία και τεχνογνωσία της στις νεότερες γενιές». Εκτιμώντας ότι «η υποστελέχωση της Δασικής Υπηρεσίας δυσχέρανε σημαντικά την κάλυψη των μεγάλων δασικών εκτάσεων και την υλοποίηση προληπτικών παρεμβάσεων». Πάντως δεν ανακοίνωσε κάποιο πρόγραμμα προσλήψεων στην υπηρεσία.
Η αντιπολίτευση
Την ίδια στιγμή πάντως η κυβέρνηση δέχεται την σκληρή κριτική σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ιδίως για τα ζητήματα που αφορούν την ενίσχυση του συστήματος πολιτικής προστασίας από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη έχει επισημάνει ότι «η κλιματική κρίση δεν μπορεί να είναι άλλοθι για την αναποτελεσματική πρόληψη και διαχείριση των πυρκαγιών». Τονίζει πως «απαιτείται ασφαλής σχεδιασμός, περιβαλλοντική συμμόρφωση και αποτελεσματική θωράκιση των υποδομών. Χρειαζόμαστε ενεργειακές υποδομές που να σχεδιάζονται και να λειτουργούν με αυστηρές περιβαλλοντικές και τεχνικές προδιαγραφές».
Όπως επισημαίνει «τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι περισσότερες πυρκαγιές στη χώρα μας οφείλονται σε ανθρωπογενείς αιτίες, με την κλιματική κρίση να επιδεινώνει τη σοβαρότητα. Το ίδιο το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας έχει αναφέρει ότι περίπου έξι στις δέκα μεγάλες πυρκαγιές, που αντιστοιχούν στο 55% των καμένων εκτάσεων, σχετίζονται με το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. Η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει ότι, σε συνθήκες ακραίας ζέστης, ξηρασίας και ισχυρών ανέμων, οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα κινδύνου.».
Μάλιστα η ΕΛ.Α.Σ θέτει το ερώτημα: «Με πόρους ύψους 187 εκ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας χρηματοδοτήθηκε πρόγραμμα υπογειοποίησης των καλωδίων του ΔΕΔΔΗΕ και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του δικτύου διανομής. Πόσα χιλιόμετρα ολοκληρώθηκαν σε περιοχές υψηλού κινδύνου; Ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής; Ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχουν επιτευχθεί;»
Ανάλογα ερωτήματα και από το ΠΑΣΟΚ. Με τον αρμόδιο τομεάρχη για θέματα πολιτικής προστασίας Ανδρέα Πουλά να ερωτά: «Τα χρήματα που δαπανά το κράτος για τους καθαρισμούς των δασών έχουν πιάσει τόπο; Αξιοποιήθηκε σωστά το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ; Οι δήμοι έχουν τα απαραίτητα μέσα; Απεντάχθηκαν κρίσιμα έργα πολιτικής προστασίας από το Ταμείο Ανάκαμψης». Επισήμανε μάλιστα πως «η πολιτική προστασία στη χώρα μας πρέπει να αποκτήσει ένα άλλο δόγμα. Για να μη μένουν στα λόγια η ετοιμότητα και στα χαρτιά η πρόληψη».,
Εκ μέρους του ΚΚΕ ο βουλευτής Ηρακλείου Μανώλης Συντυχάκης σημείωσε πως «δεν υπάρχει καμία επιτυχία των μέτρων πρόληψης όταν έχουν καεί 130.000 στρέμματα στην Αττική και στη Βοιωτία, πάνω από 60.000 στρέμματα στο Ρέθυμνο και όταν έχουν καταστραφεί ολοσχερώς περιουσίες και κόποι χρόνων». Ειδικά για την Κρήτη είπε πως «σ’ αυτό το νησί του τουριστικού θαύματος των δισεκατομμυρίων κερδών για τους λίγους, πέφτουν κόφτες στα κονδύλια για την αντιπυρική προστασία».

