Στην πολιτική υπάρχει ένα είδος ανθρώπου που πραγματικά αξίζει μελέτη. Είναι εκείνος που μπροστά σου είναι φίλος, χαμογελάει, χτυπάει πλάτες, ζητάει βοήθεια, ζητάει στήριξη και, όταν έρθουν τα δύσκολα, θυμάται ξαφνικά πόσο πολύ σε εκτιμά.
«Βάλε μια πλάτη», σου λέει. Και βάζεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν νομίζει ότι έφυγες από το δωμάτιο.
Τότε αλλάζει το έργο. Η φιλία τελειώνει, τα χαμόγελα μαζεύονται και αρχίζει το γνωστό σπορ της τοπικής πολιτικής: λίγο θάψιμο εδώ, λίγο λάσπη εκεί, μια κουβέντα παραπέρα και, αν κάτσει καλά η παρέα, ανοίγει και ο λάκκος.
Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια που κάποιοι εξακολουθούν να μην έχουν καταλάβει.
Οι τοίχοι έχουν αυτιά.
Κι εμείς έχουμε μια σχεδόν εκνευριστική ιδιότητα: μαθαίνουμε. Και συνήθως μαθαίνουμε τα πάντα. Ποιος είπε τι, πού το είπε, σε ποιον το είπε και το καλύτερο, τι είπε πέντε λεπτά αργότερα στον επόμενο.
Και όταν καμιά φορά δεν τα μαθαίνουμε μόνοι μας, συμβαίνει κάτι ακόμη πιο διασκεδαστικό: έρχεστε και μας τα λέτε εσείς οι ίδιοι.
Τόσο καλά οργανωμένο είναι το πράγμα.
Γι’ αυτό χρειάζεται λίγη προσοχή. Όχι επειδή απειλεί κανείς κανέναν και όχι επειδή εκβιάζεται κανείς. Αυτά είναι για άλλους. Αλλά επειδή στην πολιτική υπάρχει κάτι που λέγεται μνήμη. Και η μνήμη έχει το κακό συνήθειο να εμφανίζεται ακριβώς όταν κάποιος χρειάζεται πάλι εκείνη την πλάτη που κάποτε θεωρούσε δεδομένη.
Έχουμε ακόμη δύο χρόνια μπροστά μας. Πολύς χρόνος. Πάρα πολλές συνεδριάσεις, παρέες, συμμαχίες, ανάγκες, χαμόγελα και χτυπήματα στην πλάτη.
Γι’ αυτό, όταν μπροστά ζητάς να σε χαϊδεύουν, καλό είναι πίσω να μη δαγκώνεις το ίδιο χέρι.
Και κυρίως, όταν σκάβεις λάκκο για τον «φίλο» σου, κοίτα τουλάχιστον γύρω σου πριν αρχίσεις.
Γιατί μπορεί να νομίζεις ότι δεν είναι εκεί.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ακούει.
Και, μεταξύ μας, μερικές φορές δεν χρειάζεται καν να ακούσει.
Οι φίλοι σου μιλάνε περισσότερο από εσένα.

