Μια εικόνα που μοιάζει να ανασαίνει ακόμα. Πάνω στον λόφο, λιτές προσφυγικές κατοικίες, τα πρώτα σπίτια των Μικρασιατών που έφτασαν εδώ το 1922, ξεριζωμένοι από την Τρίγλια Βιθυνίας, αλλά όρθιοι. Μια φωτογραφία από τα αρχεία της ΕΡΤ, που ανέσυρε από τη λήθη ο Αλέξανδρος Γέροντας, και μαζί της ανέβηκαν στην επιφάνεια μνήμες, σιωπές και μια ολόκληρη αρχή.

Η Τρίγλια ήταν η μοναδική πόλη της Μικράς Ασίας όπου το 1922 σώθηκαν όλοι οι Έλληνες κάτοικοί της. Δεν ήταν τύχη, ήταν πράξη. Ήταν ο καπετάν Φίλιππας Καβουνίδης, που διέθεσε τα πλοία του και άνοιξε θαλάσσιους δρόμους σωτηρίας προς τη Ραφήνα και τη Χαλκιδική. Έτσι, η θάλασσα δεν έγινε σύνορο, αλλά αγκαλιά.
Πριν από εκείνους, εδώ ζούσαν λίγοι. Γεωργοί Αρβανίτες, δεμένοι με τη γη του κτήματος Σκουζέ, και Σαρακατσάνοι κτηνοτρόφοι, άνθρωποι του μόχθου και της σιωπής. Η Ραφήνα δεν ήταν πόλη, ήταν τόπος. Ανοιχτός, καθαρός, σχεδόν ανέγγιχτος. Ένας λόφος, ένα λιμάνι, λίγα σπίτια και πολύς ουρανός.
Κι ύστερα ήρθαν οι πρόσφυγες. Έφεραν μαζί τους μνήμες, τραγούδια, μυρωδιές, πίστη και επιμονή. Έστησαν σπίτια πρόχειρα, ζωές από την αρχή, κοινότητες που έμαθαν να αντέχουν. Εκεί, πάνω στον λόφο, γεννήθηκε μια άλλη Ραφήνα, όχι από σχέδιο, αλλά από ανάγκη και αξιοπρέπεια.
Σήμερα, η Ραφήνα είναι κάτι άλλο. Μεγάλωσε, άλλαξε, βιάστηκε ίσως. Το πως είναι σήμερα, ας το αφήσουμε. Εκείνο που έχει σημασία είναι το από πού ξεκίνησε. Από μια φωτογραφία ασπρόμαυρη, από σπίτια λιτά, από ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα και κατάφεραν να φτιάξουν τα πάντα.
Και κάπου μέσα σε αυτή την εικόνα του 1927, υπάρχει ακόμα η υπόσχεση,
ότι οι τόποι δεν ορίζονται μόνο από το παρόν τους, αλλά από τη μνήμη που κουβαλούν.
Και η Ραφήνα, τότε, ήταν πράγματι ένας πανέμορφος τόπος. Και μια υπέροχη αρχή.
Βασίλης Σπαντούρος

