Η ανάγκη ελέγχου της δημόσιας εξουσίας είναι αυτονόητη και δεν μπορεί από κανένα να αμφισβητηθεί.
Το «πόθεν έσχες» δημιουργήθηκε σε μια άλλη εποχή και για έναν απολύτως συγκεκριμένο και αναγκαίο σκοπό: να ελέγχεται η περιουσιακή κατάσταση όσων κατέχουν δημόσια αξιώματα και να διαπιστώνεται εάν αυτή ανταποκρίνεται στα νόμιμα εισοδήματά τους.
Το ερώτημα, όμως, είναι αν σήμερα εξακολουθεί να είναι αναγκαίος ένας ξεχωριστός μηχανισμός δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, όταν το κράτος διαθέτει πλέον πολύ περισσότερα και αποτελεσματικότερα εργαλεία ελέγχου.
Η σύγχρονη φορολογική διοίκηση δεν είναι το κράτος του παρελθόντος. Η ΑΑΔΕ διαθέτει ένα εκτεταμένο ψηφιακό σύστημα φορολογικών δεδομένων και διασταυρώσεων. Τα εισοδήματα δηλώνονται ηλεκτρονικά, τα ακίνητα καταγράφονται, οι μεταβιβάσεις παρακολουθούνται και τα φορολογικά δεδομένα διασυνδέονται ολοένα περισσότερο.
Παράλληλα, το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ηλεκτρονική άντληση στοιχείων και διαλειτουργικότητα με χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, πιστωτικά ιδρύματα, το ΓΕΜΗ και άλλους φορείς.
Με άλλα λόγια, το κράτος γνωρίζει ήδη ένα πολύ μεγάλο μέρος της οικονομικής εικόνας κάθε υπόχρεου.
Γιατί, λοιπόν, να ζητά ξανά από τον ίδιο άνθρωπο να δηλώσει στοιχεία που ήδη διαθέτει ή μπορεί νόμιμα να διασταυρώσει;
Η πραγματική μετάβαση που χρειάζεται δεν είναι από ένα έντυπο σε ένα καλύτερο έντυπο. Είναι από το «δήλωσέ τα» στο «έλεγξέ τα».
Η ουσία του θεσμού δεν πρέπει να βρίσκεται στη συμπλήρωση μιας ακόμη ηλεκτρονικής φόρμας, αλλά στον πραγματικό έλεγχο της προέλευσης της περιουσίας.
Αν ένας πολιτικός, ένας δήμαρχος, ένας περιφερειάρχης ή ένας δημόσιος λειτουργός αποκτήσει ένα ακίνητο, αυξήσει σημαντικά την περιουσία του ή πραγματοποιήσει μια μεγάλη οικονομική συναλλαγή, το κρίσιμο ερώτημα είναι ένα: Μπορεί να δικαιολογήσει νόμιμα την προέλευση των χρημάτων;
Αυτό πρέπει να ενδιαφέρει την Πολιτεία.
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να πραγματοποιούν αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις μεταξύ εισοδημάτων, φορολογικών δηλώσεων, ακίνητης περιουσίας και οικονομικών μεταβολών. Όταν εμφανίζεται σημαντική και αδικαιολόγητη αύξηση περιουσίας, να ενεργοποιείται έλεγχος. Όταν υπάρχει ασυμφωνία, να ζητούνται εξηγήσεις και αποδεικτικά στοιχεία. Και όταν διαπιστώνεται παράνομος πλουτισμός, να επιβάλλονται οι προβλεπόμενες κυρώσεις.
Έτσι, ο έλεγχος γίνεται ουσιαστικός και όχι απλώς γραφειοκρατικός.
Σήμερα, όμως, ο υπόχρεος καλείται να υποβάλει αρχική και ετήσια δήλωση περιουσιακής κατάστασης, ενώ το κράτος επενδύει τεράστιους πόρους στην ψηφιοποίηση και στη διασύνδεση των δημόσιων μητρώων. Δημιουργείται, επομένως, μια αντίφαση: από τη μία το κράτος γνωρίζει όλο και περισσότερα και από την άλλη εξακολουθεί να ζητά από τον πολίτη να δηλώνει πληροφορίες που σε σημαντικό βαθμό υπάρχουν ήδη στα πληροφοριακά του συστήματα.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ζήτημα: η δημοσιοποίηση των δηλώσεων.
Η διαφάνεια πάντα είναι απαραίτητη.
Δεν σημαίνει όμως αυτομάτως ότι πρέπει να δημοσιοποιείται κάθε στοιχείο της νόμιμης ιδιωτικής περιουσίας ενός ανθρώπου επειδή κατέχει δημόσιο αξίωμα.
Άλλο ο αυστηρός έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές και άλλο η δημόσια έκθεση της περιουσιακής κατάστασης, που μπορεί να έχει πολλά αρνητικά συνεπακόλουθα αποτελέσματα από τη δημόσια έκθεση του προσώπου.
Εάν ένα ακίνητο έχει αποκτηθεί νόμιμα, έχει δηλωθεί στις φορολογικές αρχές, έχουν καταβληθεί οι προβλεπόμενοι φόροι και η προέλευση των χρημάτων μπορεί να αποδειχθεί, δεν προκύπτει αυτομάτως ζήτημα διαφθοράς.
Η κατοχή δημόσιου αξιώματος ασφαλώς δικαιολογεί αυξημένο έλεγχο. Δεν σημαίνει όμως κατ’ ανάγκη ότι δικαιολογεί απεριόριστη δημοσιοποίηση της νόμιμης περιουσίας.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική ισορροπία: έλεγχος ναι, δημόσια έκθεση χωρίς πραγματική αναγκαιότητα όχι.
Η πρόταση, επομένως, δεν είναι να εγκαταλειφθεί ο έλεγχος των πολιτικών, των αιρετών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των δημοσίων λειτουργών.
Το αντίθετο.
Η πρόταση είναι να εγκαταλειφθεί η περιττή υποχρέωση μιας ξεχωριστής δήλωσης, εφόσον ο ίδιος έλεγχος μπορεί να πραγματοποιείται αποτελεσματικότερα μέσα από τα ήδη διαθέσιμα κρατικά συστήματα.
Η σύγχρονη ψηφιακή διοίκηση πρέπει να λειτουργεί με μια απλή αρχή: να μην ζητά από τον πολίτη πληροφορίες που το ίδιο το κράτος διαθέτει ήδη.
Η τεχνολογία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να αυξάνει τη γραφειοκρατία, αλλά για να την καταργεί.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να υποχρεώνεται ο πολιτικός να δηλώνει ξανά τι έχει. Είναι να μπορεί η Πολιτεία να αποδεικνύει με στοιχεία τι απέκτησε, πότε το απέκτησε, με ποια χρήματα το απέκτησε και αν αυτά τα χρήματα ήταν νόμιμα.
Αυτό σημαίνει πραγματική διαφάνεια.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται περισσότερες δηλώσεις και ηλεκτρονικές φόρμες. Χρειάζεται ένα κράτος που ελέγχει αποτελεσματικά, γρήγορα και ισότιμα.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι πλέον πώς θα κάνουμε καλύτερο το «πόθεν έσχες». Είναι αν το «πόθεν έσχες», με τη σημερινή του μορφή, εξακολουθεί να είναι αναγκαίο.
Η απάντηση είναι ξεκάθαρα ΟΧΙ.
Ένας ξεχωριστός μηχανισμός δήλωσης δεν χρειάζεται να διατηρείται απλώς επειδή υπάρχει εδώ και χρόνια.
Αυτό που χρειάζεται είναι αυστηρός φορολογικός και περιουσιακός έλεγχος, πραγματικές διασταυρώσεις, αποτελεσματικές ελεγκτικές αρχές και αυστηρές κυρώσεις όταν εντοπίζεται παράνομος πλουτισμός.
Ίσως, λοιπόν, η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι ένα καλύτερο «πόθεν έσχες».
Είναι η κατάργησή του και η αντικατάστασή του από έναν σύγχρονο, αυτοματοποιημένο και ουσιαστικό έλεγχο, που θα προστατεύει τη νόμιμη ιδιωτική περιουσία, θα αντιμετωπίζει όλους με κανόνες διαφάνειας και θα αφήνει την παράνομη περιουσία χωρίς ασφαλές καταφύγιο.
Τα παραπάνω είναι τροφή για σκέψη γιατί οι εποχές άλλαξαν.
Βαγγέλης Μπουρνούς
epolitical.gr

