Η είδηση ότι οι βελγικές αρχές φέρονται να έχουν προχωρήσει σε διαδικασίες που αφορούν τον Δημήτρη Αβραμόπουλο στο πλαίσιο της υπόθεσης Qatargate έρχεται να προστεθεί σε μια λίστα εξελίξεων που τα τελευταία χρόνια βαραίνει ολοένα και περισσότερο την κυβερνητική παράταξη.
Ανεξάρτητα από την τελική δικαστική έκβαση κάθε υπόθεσης και με απόλυτο σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας, η πολιτική πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Οι πολίτες παρακολουθούν διαρκώς νέα ονόματα, νέες έρευνες, νέες παραιτήσεις, νέες αποκαλύψεις. Και κάθε φορά η εικόνα γίνεται όλο και πιο βαριά.
Προηγήθηκαν οι υποκλοπές. Μια υπόθεση που συγκλόνισε το πολιτικό σύστημα και έφερε στο προσκήνιο ζητήματα θεσμών, διαφάνειας και δημοκρατικής λειτουργίας. Ακολούθησαν τα Τέμπη, μια εθνική τραγωδία που άφησε πίσω της δεκάδες νεκρούς και αναπάντητα ερωτήματα για τις ευθύνες, τις παραλείψεις και τη λειτουργία του κράτους.
Στη συνέχεια ήρθε ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Παραιτήσεις υπουργών, υφυπουργών, γενικών γραμματέων και κομματικών στελεχών. Δικογραφίες. Έρευνες. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Καθημερινές αποκαλύψεις που έφεραν ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της διαχείρισης δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος.
Και τώρα, η υπόθεση Αβραμόπουλου επαναφέρει ξανά τη συζήτηση για την εικόνα που παρουσιάζει η χώρα και το πολιτικό προσωπικό της στο εξωτερικό.
Το πρόβλημα πλέον δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Δεν είναι μια άτυχη στιγμή. Δεν είναι ένα επικοινωνιακό λάθος. Όταν οι παραιτήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, όταν οι έρευνες πολλαπλασιάζονται, όταν η δημόσια ζωή περιστρέφεται συνεχώς γύρω από σκάνδαλα, δικογραφίες και υποθέσεις που φτάνουν μέχρι τις ευρωπαϊκές αρχές, τότε μιλάμε για μια συνολική πολιτική εικόνα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Για χρόνια ακούμε για το «επιτελικό κράτος». Για χρόνια ακούμε για την «αριστεία». Για χρόνια ακούμε ότι η χώρα γυρίζει σελίδα. Όμως η πραγματικότητα που καταγράφεται καθημερινά στις ειδήσεις είναι διαφορετική. Γενικοί γραμματείς που αποχωρούν. Υπουργοί που παραιτούνται. Στελέχη που εγκαταλείπουν τις θέσεις τους υπό το βάρος αποκαλύψεων. Υποθέσεις που απασχολούν την ελληνική και ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι όλα αυτά αρχίζουν να θεωρούνται φυσιολογικά. Σαν να πρόκειται για μια συνηθισμένη πολιτική καθημερινότητα. Σαν να μην προκαλεί πλέον έκπληξη το επόμενο σκάνδαλο. Σαν να περιμένουμε απλώς ποιο θα είναι το επόμενο όνομα που θα προστεθεί στη λίστα.
Η δημοκρατία όμως δεν μπορεί να λειτουργεί με χαμηλές προσδοκίες. Δεν μπορεί να συμβιβάζεται με τη λογική ότι «όλοι το ίδιο είναι». Δεν μπορεί να θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι μια νέα υπόθεση απλώς δεν είναι χειρότερη από την προηγούμενη.
Κάποια στιγμή οι δικαιολογίες τελειώνουν. Κάποια στιγμή τα επικοινωνιακά τεχνάσματα εξαντλούνται. Κάποια στιγμή οι πολίτες παύουν να ακούν τι λέγεται και αρχίζουν να κοιτούν τι συμβαίνει.
Και τότε το ερώτημα γίνεται ένα:
Πόσα ακόμη χρειάζονται;

