Μέσα σε 15 χρόνια οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία μειώθηκαν κατά 28%. Ακόμα και αν χορηγηθούν γενναία κίνητρα για την απόκτηση παιδιών, δεν υπάρχουν οι άνθρωποι για να τα γεννήσουν. Και ταυτόχρονα πρέπει να σχεδιάσουμε μία νέα πολιτική για τις περιοχές που ερημώνουν και δεν πρόκειται να ανακτήσουν τον πληθυσμό τους.
Το 2009 γεννήθηκαν στην Ελλάδα 117.440 παιδιά. Το 2024 ήταν 68.467 (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ). Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια χάθηκαν τέσσερις στις δέκα γεννήσεις.
Τώρα ελάτε να μετρήσουμε και θανάτους. Το 2009, σε κάθε 100 γεννήσεις αντιστοιχούσαν 92 θάνατοι. Το φυσικό ισοζύγιο ήταν ακόμη θετικό. Το 2024 αντιστοιχούν 184 θάνατοι. Σχεδόν δύο άνθρωποι φεύγουν για κάθε έναν που έρχεται.
Λίγο ως πολύ αυτά είναι γνωστά. Ακόμα και αν δεν γνωρίζεις τους αριθμούς, μπορείς να μετρήσεις τα άδεια θρανία στα σχολεία της περιφέρειας. Ομως διαβάζοντας την τελευταία μελέτη του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, βρισκόμαστε σε μία παράμετρο που λησμονούμε στη σχετική κουβέντα. Δεν είναι μόνο η μείωση των γεννήσεων. Είναι και η μείωση εκείνων που μπορούν να κάνουν παιδιά.
Οι γυναίκες ηλικίας 25-44 ετών είναι περίπου 480.000 λιγότερες από όσες ήταν το 2008-2009. Μείωση 28%. Οι λίγες γεννήσεις του χθες παράγουν λιγότερους γονείς σήμερα, οι οποίοι θα κάνουν ακόμη λιγότερα παιδιά αύριο. Ακόμα και αν ξαφνικά αυξανόταν η επιθυμία για δεύτερο ή τρίτο παιδί. Ακόμα και αν το κράτος πλήρωνε τις πάνες και το γάλα, θα υπήρχαν λιγότεροι άνθρωποι για να κάνουν παιδιά.
Συνεπώς ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τα εύκολα για την ενίσχυση της μητρότητας και τους παιδικούς σταθμούς. Ακόμα και αν δημιουργήσουμε το ιδανικό περιβάλλον, θα μας λείπουν οι γυναίκες ή, τέλος πάντων, οι γονείς.
Ομως ούτε αυτό συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο παντού. Η Ελλάδα χωρίζεται δημογραφικά στα δύο. Σε Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα οι γεννήσεις έχουν μειωθεί περισσότερο από 50% σε σχέση με το 2009. Σε εννέα νομούς της χώρας καταγράφονται τουλάχιστον δύο θάνατοι για κάθε γέννηση. Ολοι βρίσκονται στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Στον αντίποδα βρίσκονται κυρίως τα νησιά και η Κρήτη. Στις Κυκλάδες και στη Ζάκυνθο η πτώση των γεννήσεων είναι μικρότερη από 15%, ενώ σε Δωδεκάνησα, Ξάνθη, Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο εξακολουθούν να γεννιούνται περισσότεροι άνθρωποι από όσους πεθαίνουν.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να δεις τον χάρτη του μέλλοντος. Είναι ήδη μπροστά μας. Από τη μία περιοχές που προσελκύουν εργασία, τουρισμό, επενδύσεις και νέους ανθρώπους. Από την άλλη τόποι που γερνούν και αδειάζουν. Και όσο αδειάζουν τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιστραφεί η πορεία τους. Κλείνει ένα σχολείο επειδή δεν υπάρχουν παιδιά. Η περιοχή γίνεται λιγότερο ελκυστική για μία νέα οικογένεια. Φεύγουν περισσότεροι νέοι. Γεννιούνται ακόμη λιγότερα παιδιά. Κλείνει και το επόμενο σχολείο.
Γι’ αυτό και το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιδόματα για το πρώτο, το δεύτερο ή το τρίτο παιδί. Ασφαλώς και χρειάζονται. Αλλά κανένα επίδομα γέννησης δεν μπορεί να κάνει παιδιά εκεί όπου δεν υπάρχουν πλέον αρκετοί νέοι άνθρωποι.
Το πρόβλημα είναι πια και πρόβλημα περιφερειακής ανάπτυξης. Θέσεις εργασίας, κατοικία, παιδικοί σταθμοί, σχολεία, γιατροί, υποδομές. Ολα αυτά, δηλαδή, που δίνουν τη δυνατότητα σε έναν τριαντάρη να πιστέψει ότι μπορεί να χτίσει τη ζωή του στα Γρεβενά, στη Φλώρινα ή στην Ευρυτανία αντί να φύγει για την Αθήνα ή το εξωτερικό.
Και ο χρόνος εδώ έχει διαφορετική σημασία. Μία οικονομία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ανακτήσει μέσα σε λίγα χρόνια όσα έχασε σε μία κρίση. Η δημογραφία δεν λειτουργεί έτσι. Το παιδί που δεν γεννήθηκε το 2009 δεν είναι σήμερα ένας δεκαεπτάχρονος που μπορείς να φέρεις πίσω με ένα καλύτερο επίδομα.
Υπάρχει βέβαια ένας τρόπος να αποκτήσεις μέσα σε λίγα χρόνια νέους ανθρώπους χωρίς να περιμένεις να γεννηθούν και να μεγαλώσουν. Να τους φέρεις. Είτε πίσω από το εξωτερικό είτε από άλλες χώρες. Δεν γίνεται να αγωνιάς επειδή λιγοστεύουν οι άνθρωποι παραγωγικής και αναπαραγωγικής ηλικίας και συγχρόνως να αρνείσαι να συζητήσεις ποιοι θα μπορούσαν να καλύψουν ένα μέρος του κενού.
Το 2024 περίπου μία στις δέκα γεννήσεις στην Ελλάδα ήταν από μητέρα αλλοδαπής ιθαγένειας. Δεν λύνει το πρόβλημα. Δείχνει όμως προς μία κατεύθυνση που δύσκολα θα αποφύγουμε: η δημογραφική πολιτική του μέλλοντος δεν θα αφορά μόνο το πόσα παιδιά θα κάνουν όσοι βρίσκονται ήδη εδώ. Θα αφορά και το πόσους νέους ανθρώπους μπορεί η χώρα να κρατήσει, να φέρει πίσω ή να προσελκύσει.
Υπάρχει και κάτι ακόμα. Κάποιες περιοχές της χώρας εκ των πραγμάτων θα υποστούν συνθήκες ερημοποίησης. Και αυτό μετακινεί και τη συζήτηση σε πιο πρακτικούς άξονες για αναδιάταξη υποδομών. Να αναρωτηθούμε, δηλαδή, πώς διατηρείς γιατρούς, σχολεία, μεταφορές και δημόσιες υπηρεσίες όταν ο πληθυσμός μειώνεται και γερνά. Ενδιαφέρουσα κουβέντα. Δύσκολη. Τόσο δύσκολη που, τουλάχιστον σε προγραμματικό πολιτικό λόγο, την ξεπετάμε με μισόλογα. Είναι άλλωστε πολύ ευκολότερο να υποσχεθείς περισσότερες γεννήσεις από το να σχεδιάσεις μια χώρα με λιγότερους ανθρώπους.
Διαβάστε εδώ τη μελέτη του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών

