Σήμερα η Ελλάδα ξυπνά διαφορετικά. Οι καμπάνες θα ακουστούν από την πρώτη ώρα της ημέρας. Στα νησιά, στα χωριά, στις πόλεις, στα ξωκλήσια των βουνών και στα μικρά εκκλησάκια δίπλα στη θάλασσα.
15 Αυγούστου. Της Παναγιάς.
Δεν χρειάζονται πολλά για να καταλάβεις τι σημαίνει αυτή η μέρα για την Ελλάδα. Αρκεί να δεις έναν άνθρωπο να ανάβει ένα κερί. Μια μάνα να κάνει τον σταυρό της. Έναν ναυτικό να κοιτάζει ένα εικόνισμα πριν φύγει. Ένα χωριό που για έντεκα μήνες αδειάζει και ξαφνικά γεμίζει ξανά ζωή.
Γιατί η Παναγιά στην Ελλάδα δεν έμεινε ποτέ μόνο μέσα στις εκκλησίες. Πέρασε στα σπίτια μας. Στα καΐκια μας. Στα βουνά μας. Στα νησιά μας. Στις χαρές και στις συμφορές μας. Στις φωτογραφίες των παιδιών που ταξίδεψαν μακριά. Στα προσκέφαλα των παλιών ανθρώπων. Στα φυλαχτά που έβαζαν οι μανάδες στις τσέπες των παιδιών τους.
Και κυρίως πέρασε στη γλώσσα μας. «Παναγιά μου». Δυο λέξεις. Τις λέμε στον φόβο. Τις λέμε στον πόνο. Τις λέμε όταν γλιτώνουμε από κάτι κακό. Τις λέμε όταν περιμένουμε ένα καλό νέο.
Μερικές φορές τις λέμε ακόμη κι όταν νομίζουμε ότι δεν πιστεύουμε. Γιατί αυτή η σχέση είναι βαθύτερη από μια συνήθεια. Είναι μνήμη και παράδοση. Είναι πατρίδα.
Κάθε γωνιά αυτού του τόπου έχει και τη δική της Παναγιά. Την Τήνο, τη Σουμελά, την Εκατονταπυλιανή, τη Χοζοβιώτισσα, την Κανάλα, τη Μυρτιδιώτισσα, τη Φανερωμένη, την Θαλασσινή και εκατοντάδες ακόμη ονόματα που οι άνθρωποι έδωσαν στην ίδια μορφή.
Σαν να μην έφτανε ένα όνομα για να χωρέσει όλα όσα ήθελαν να της πουν. Και μαζί με την πίστη έρχεται το μεγάλο ελληνικό αντάμωμα. Ο Δεκαπενταύγουστος είναι η μέρα που οι δρόμοι οδηγούν προς τα πίσω. Πίσω στο χωριό. Στο πατρικό, στην αυλή. Στην πλατεία. Στο σπίτι που έμεινε κλειστό όλον τον χειμώνα και σήμερα ανοίγει για να χωρέσει παιδιά και εγγόνια.
Είναι το τραπέζι που στρώνεται για πολλούς. Το «πού είσαι εσύ, χαθήκαμε». Η καρέκλα που τραβιέται για να χωρέσει ακόμη ένας. Το κρασί που γεμίζει τα ποτήρια. Το κλαρίνο, το βιολί, το λαούτο. Ο χορός που ξεκινά από τους μεγαλύτερους και τελειώνει στους μικρότερους. Αυτή είναι η Ελλάδα του Δεκαπενταύγουστου. Μια Ελλάδα που για μία ημέρα μοιάζει να ξαναβρίσκει τις ρίζες της.
Και ίσως το έχουμε περισσότερο ανάγκη σήμερα.
Ζούμε σε μια εποχή που τρέχει. Που μας θέλει συνεχώς κάπου αλλού. Που μας μαθαίνει να κοιτάμε μια οθόνη περισσότερο από τον άνθρωπο απέναντί μας. Που πολλές φορές μας κάνει να θεωρούμε δεδομένους ανθρώπους που μόνο δεδομένοι δεν είναι.
Ο Δεκαπενταύγουστος έρχεται κάθε χρόνο να μας θυμίσει το αντίθετο.
Γύρνα. Γύρνα στους ανθρώπους σου, που πλέον τους βλέπεις από σπάνια έως ποτέ… Κάτσε στο ίδιο τραπέζι. Άκουσε άλλη μία φορά την ιστορία του παππού, ακόμη κι αν την έχεις ακούσει εκατό. Πάρε τηλέφωνο εκείνον που έχεις μήνες να ακούσεις. Γιατί κάποτε αυτά που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα γίνονται οι αναμνήσεις που θα δίναμε τα πάντα για να ζήσουμε άλλη μία φορά.
Και ίσως γι’ αυτό ταιριάζει τόσο πολύ η Παναγιά με αυτή τη μέρα.
Γιατί πάνω απ’ όλα είναι Μάνα.
Και η μάνα δεν ρωτά αν είσαι πλούσιος ή φτωχός. Αν πέτυχες ή απέτυχες. Αν έκανες λάθη. Αν έφυγες μακριά.
Περιμένει να γυρίσεις.
Αύριο κάποιοι θα φτάσουν γονατιστοί μπροστά στην εικόνα της.
Κάποιοι θα ανάψουν ένα κερί για την υγεία των παιδιών τους.
Κάποιοι θα ζητήσουν βοήθεια.
Κάποιοι θα πουν ευχαριστώ.
Και κάποιοι δεν θα ζητήσουν τίποτα.
Θα ανάψουν ένα κερί για έναν άνθρωπο που λείπει και θα φύγουν χωρίς να μιλήσουν.
Γιατί ο Δεκαπενταύγουστος έχει και απουσίες.
Σε κάθε μεγάλο οικογενειακό τραπέζι υπάρχει κάποτε μια καρέκλα που μένει άδεια.
Και τότε καταλαβαίνεις πόσο μικρά ήταν τελικά όλα εκείνα για τα οποία μαλώναμε.
Γι’ αυτό αύριο ας κρατήσουμε λίγο περισσότερο τους ανθρώπους μας κοντά. Τα υπόλοιπα μπορούν να περιμένουν. Οι δουλειές θα είναι εκεί. Οι διαφωνίες θα είναι εκεί. Τα προβλήματα θα είναι εκεί. Οι άνθρωποι, όμως, δεν θα είναι για πάντα.
Αύριο, όταν λοιπόν ακουστούν οι καμπάνες, άλλος θα κάνει τον σταυρό του κι άλλος απλώς θα τις ακούσει. Δεν χρειάζεται να αισθανθούν όλοι το ίδιο. Αρκεί να θυμηθούμε κάτι που αυτός ο τόπος γνώριζε πολύ πριν από εμάς: ότι χωρίς μνήμη δεν υπάρχει συνέχεια, χωρίς ρίζες δεν υπάρχει προορισμός και χωρίς ανθρώπους δεν υπάρχει ζωή.
Κι αν τελικά έπρεπε ολόκληρος ο Δεκαπενταύγουστος να χωρέσει σε μία μόνο εικόνα, ίσως να ήταν αυτή:
Μια μάνα στην πόρτα ενός σπιτιού να περιμένει τα παιδιά της να γυρίσουν. Γιατί κάπως έτσι είναι και η Παναγιά στη συνείδηση αυτού του τόπου. Και κάπως έτσι είναι και η Ελλάδα.
Μια μάνα που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, περιμένει πάντα τα παιδιά της να γυρίσουν σπίτι.
Χρόνια πολλά, Ελλάδα.
Χρόνια πολλά σε όσες και όσους γιορτάζουν.
Και η Παναγιά να φυλάει κάθε σπίτι και κάθε άνθρωπο που αγαπάμε.

