Ορισμένα δημοτικά συμβούλια τελειώνουν μαζί με την τελευταία ψηφοφορία. Και κάποια συνεχίζονται λίγο περισσότερο. Όχι επειδή ειπώθηκαν πολλά, αλλά επειδή, όταν σβήσουν τα μικρόφωνα και αδειάσει η αίθουσα, μένει ένα ερώτημα να αιωρείται.
Ποιος τελικά ανέλαβε την ευθύνη;
Στην αυτοδιοίκηση η έννοια της ευθύνης είναι ίσως από τα πιο παρεξηγημένα πράγματα. Γιατί η πολιτική ευθύνη δεν είναι απλώς να έχεις μια θέση. Δεν είναι η ιδιότητα του δημάρχου, του αντιδημάρχου, του δημοτικού συμβούλου ή του επικεφαλής μιας παράταξης. Και σίγουρα δεν εξαντλείται στην ώρα της ψηφοφορίας.
Η ευθύνη αρχίζει πολύ νωρίτερα. Αρχίζει από την ενημέρωση, την προετοιμασία, από τη γνώση του τι φέρνεις προς συζήτηση, από το να ζητάς εγκαίρως τις απαντήσεις που χρειάζονται οι άνθρωποι που καλούνται να αποφασίσουν. Και, κυρίως, από το να μπορείς να πεις καθαρά: «Αυτό γνωρίζω. Αυτό δεν γνωρίζω. Αυτό χρειάζεται να το εξετάσουμε περισσότερο πριν αποφασίσουμε».
Η στάση αυτή δεν είναι αδυναμία. Αντίθετα δείχνει θεσμική σοβαρότητα.
Εδώ λοιπόν αρχίζει η δύσκολη συζήτηση για τα δημοτικά συμβούλια.
Γιατί, ο πολίτης που παρακολουθεί μια συνεδρίαση, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ποιος κέρδισε τη λεκτική αντιπαράθεση. Δεν τον ενδιαφέρει ποιος μίλησε περισσότερο, ποιος ύψωσε περισσότερο τη φωνή ή ποιος κατάφερε την καλύτερη ατάκα.
Θέλει να ξέρει κάτι απλούστερο, ποιος ήξερε τι ψήφιζε;
Και ακόμη περισσότερο: ποιος ήταν διατεθειμένος να υποστεί το πολιτικό κόστος της απόφασής του; Γιατί αυτό είναι η ευθύνη. Το κόστος.
Το εύκολο στην πολιτική, και ακόμη περισσότερο στην αυτοδιοίκηση, είναι να είσαι παρών όταν όλα πηγαίνουν καλά. Να φωτογραφίζεσαι όταν κάτι παραδίδεται, να χαμογελάς όταν κάτι εγκαινιάζεται, να μοιράζεσαι μια επιτυχία όταν αυτή έχει ήδη γίνει.
Η πραγματική δοκιμασία όμως έρχεται όταν πρέπει να πεις «ναι» σε κάτι που θα σε κρίνουν γι’ αυτό ή «όχι» σε κάτι που ενδεχομένως θα σου κοστίσει.
Εκεί φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στην παρουσία και την ευθύνη. Και υπάρχει ακόμη κάτι.
Η αντιπολίτευση έχει ευθύνη. Μεγάλη ευθύνη.
Δεν εκλέγεται για να παρακολουθεί τη διοίκηση από την απέναντι πλευρά της αίθουσας και να καταγράφει απλώς τα λάθη της. Έχει υποχρέωση να ελέγχει, να ρωτά, να επιμένει, να αναδεικνύει προβλήματα και, όταν χρειάζεται, να καταθέτει τη δική της πρόταση.
Αλλά και η διοίκηση έχει μια διαφορετική, βαρύτερη ευθύνη.
Γιατί η διοίκηση έχει την πρωτοβουλία, τον μηχανισμό, τις υπηρεσίες, την καθημερινή επαφή με τη διοικητική λειτουργία του δήμου.
Και μαζί με αυτά έχει και κάτι ακόμη: την πρώτη ευθύνη να φτάνει στο δημοτικό συμβούλιο η πληροφόρηση που απαιτείται για να ληφθεί μια σοβαρή απόφαση.
Δεν μπορεί ο δημοτικός σύμβουλος να καλείται να αποφασίσει για ένα σύνθετο ζήτημα και να ανακαλύπτει μέσα στη συνεδρίαση τα μισά από όσα χρειάζεται να γνωρίζει.
Ούτε είναι λύση να μετατρέπεται κάθε δύσκολο θέμα σε μια μικρή πολιτική παράσταση, όπου στο τέλος όλοι μπορούν, με έναν διαφορετικό τρόπο, να δηλώσουν δικαιωμένοι.
Γιατί η αυτοδιοίκηση δεν είναι θέατρο. Και οι πολίτες δεν είναι θεατές. Είναι εκείνοι που θα ζήσουν με τις αποφάσεις. Εκείνοι που θα περάσουν από τον δρόμο, θα ανοίξουν το παράθυρό τους, θα αγοράσουν ή θα πουλήσουν ένα σπίτι, θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους, θα αναζητήσουν μια υπηρεσία, θα αντιμετωπίσουν μια περιβαλλοντική ή κυκλοφοριακή επιβάρυνση, θα πληρώσουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το αποτέλεσμα μιας απόφασης που κάποτε ψηφίστηκε σε μια αίθουσα.
Και γι’ αυτό ίσως αξίζει να θυμόμαστε κάτι πολύ απλό.
Η πολιτική ευθύνη δεν μεταφέρεται εύκολα.
Δεν πηγαίνει από τη διοίκηση στην αντιπολίτευση, από την αντιπολίτευση στη διοίκηση, από τον δήμαρχο στον αντιδήμαρχο, από τον αντιδήμαρχο στην υπηρεσία και από την υπηρεσία στον επόμενο.
Κάποια στιγμή πρέπει κάποιος να σταθεί όρθιος απέναντι στην απόφαση και να πει:
«Ναι. Αυτό είναι το δικό μου μερίδιο». Γιατί στο τέλος της ημέρας, η αυτοδιοίκηση δεν κρίνεται από το πόσο δυνατά μίλησε κάποιος. Κρίνεται από το αν, όταν ήρθε η δύσκολη στιγμή, ήξερε, αποφάσισε και ανέλαβε.
ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

