Το Σάββατο στο Καραϊσκάκη δεν έγινε ούτε επανάσταση, ούτε ανταρσία, ούτε οργανωμένη κίνηση εναντίον της διοίκησης.
Ο κόσμος του Ολυμπιακού φώναξε ένα όνομα. Μεντιλίμπαρ.
Ξεκίνησε από ένα κομμάτι της εξέδρας, απλώθηκε και στο τέλος ακούστηκε από το γήπεδο. Τόσο απλά.
Και αντί αυτό να τελειώσει εκεί, φτάσαμε λίγες ημέρες μετά να έχει ανοίξει ολόκληρη συζήτηση για το ποιος στηρίζει, ποιος δεν στηρίζει, ποιος δημιουργεί εσωστρέφεια και, μέσα στην επίσημη τοποθέτηση της ΠΑΕ, μέχρι και αναφορά σε επιστροφή διαρκείας για όποιον έχει απογοητευτεί τόσο ώστε να μη θέλει να πηγαίνει στο γήπεδο.
Γιατί ρε παιδιά;
Τόσο πολύ σας πείραξε που ακούστηκε το όνομα του Μεντιλίμπαρ;
Τι ακριβώς περιμένατε να κάνει ο κόσμος;
Να διαγράψει από τη μνήμη του έναν άνθρωπο που συνέδεσε το όνομά του με το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό βράδυ στην ιστορία του συλλόγου επειδή σήμερα δεν βρίσκεται στον πάγκο;
Αυτά δεν γίνονται.
Ο κόσμος δεν λειτουργεί με διακόπτη.
Και κυρίως ο κόσμος του Ολυμπιακού δεν χρειάζεται πιστοποιητικό ολυμπιακοφροσύνης από κανέναν.
Από κανέναν.
Γιατί αυτός ο άνθρωπος που κάθεται στην κερκίδα δεν βρήκε χθες τον Ολυμπιακό.
Είναι αυτός που κάθε καλοκαίρι ψάχνει πώς θα βγάλει το διαρκείας. Που μπορεί να κόψει μια έξοδο, ένα Σαββατοκύριακο, κάτι από την καθημερινότητά του για να κρατήσει τη θέση του στο Καραϊσκάκη.
Είναι αυτός που έχει ταξιδέψει, έχει φάει βροχές, ήττες, αποκλεισμούς, πίκρες και μετά έχει πανηγυρίσει πρωταθλήματα, κύπελλα και ευρωπαϊκές βραδιές που κάποτε ούτε τολμούσαμε να ονειρευτούμε.
Σε αυτόν λοιπόν δεν λες εύκολα «αν έχεις απογοητευτεί, γύρνα το διαρκείας και θα βρεθεί άλλος».
Ακόμη κι αν η πρόθεση της ανακοίνωσης ήταν διαφορετική, αυτή η φράση ήταν λάθος.
Γιατί αντί να κλείσει την κουβέντα, την άνοιξε περισσότερο.
Και κυρίως έδωσε τροφή στα γνωστά παπαγαλάκια και στα τρολ που από χθες έχουν πιάσει δουλειά. Στα social, στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα, παντού.
Ο ένας εξηγεί στον κόσμο πώς πρέπει να φέρεται.
Ο άλλος ποιον πρέπει να χειροκροτεί.
Ο τρίτος ποιο όνομα δικαιούται να φωνάζει.
Χαλαρώστε λίγο.
Μιλάμε για τον κόσμο του Ολυμπιακού.
Δεν χρειάζεται φροντιστήριο για να μάθει πώς αγαπιέται αυτή η ομάδα.
Και για να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι και από την άλλη πλευρά:
Ο Ολυμπιακός χρειαζόταν restart.
Έγιναν λάθη. Πολλά και σοβαρά.
Ο Βαγγέλης Μαρινάκης αποφάσισε να αλλάξει πράγματα, να μηδενίσει καταστάσεις, να αλλάξει πρόσωπα και φιλοσοφία και να επιχειρήσει να ξαναχτίσει την ομάδα.
Καλά έκανε.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε απόφαση έγινε και με τον σωστό τρόπο.
Άλλο η ουσία μιας απόφασης και άλλο ο χειρισμός της.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η κουβέντα.
Μπορεί κάποιος να στηρίζει το restart και ταυτόχρονα να πιστεύει ότι ο Μεντιλίμπαρ δεν έπρεπε να αντιμετωπιστεί έτσι.
Μπορεί να στηρίζει τον νέο προπονητή και να φωνάζει το όνομα του προηγούμενου.
Μπορεί να θέλει να πετύχει η νέα προσπάθεια και παράλληλα να λέει στη διοίκηση ότι σε συγκεκριμένα πράγματα έκανε λάθος.
Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.
Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουμε όλοι πριν δημιουργήσουμε μόνοι μας ένα πρόβλημα που δεν υπήρχε.
Γιατί το χειρότερο που μπορεί να συμβεί τώρα είναι να αρχίσουμε να μετράμε ποιος είναι περισσότερο Ολυμπιακός από τον άλλον.
Οι οργανωμένοι, οι μη οργανωμένοι, η Θύρα 7, οι υπόλοιπες θύρες, αυτοί που φώναξαν, αυτοί που δεν φώναξαν.
Δεν υπάρχουν δύο Ολυμπιακοί.
Ένας υπάρχει.
Και αυτός ο ένας Ολυμπιακός πρέπει τώρα να κοιτάξει μπροστά.
Να στηρίξει τον νέο προπονητή. Να στηρίξει τους παίκτες. Να απαιτήσει καλύτερο ποδόσφαιρο. Να δώσει χρόνο στις αλλαγές. Να χειροκροτήσει όταν πρέπει και να κρίνει όταν πρέπει.
Γιατί έτσι ήταν πάντα το Καραϊσκάκη.
Και όποιος πιστεύει ότι ενότητα σημαίνει να μη μιλάει κανείς, κάνει μεγάλο λάθος.
Ενότητα σημαίνει να μπορούμε να διαφωνούμε και την ώρα που βγαίνει η ομάδα από τη φυσούνα να σηκωνόμαστε όλοι όρθιοι για την ίδια φανέλα.
Γι’ αυτό και τώρα χρειάζεται λιγότερη ένταση και περισσότερη ψυχραιμία.
Και κυρίως χρειάζεται κάτι που στον Ολυμπιακό δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται αυτονόητο:
Σεβασμός στον κόσμο του.
Γιατί μπορείς να αλλάξεις προπονητές.
Μπορείς να αλλάξεις παίκτες.
Μπορείς να αλλάξεις τεχνικούς διευθυντές, στελέχη, φιλοσοφία και ολόκληρο το ποδοσφαιρικό σου σχέδιο.
Τον κόσμο όμως δεν τον αλλάζεις.
Και όταν αποφασίζεις να κάνεις ένα μεγάλο restart, αυτόν τον κόσμο δεν χρειάζεται να τον βάλεις σε τάξη.
Χρειάζεται να τον έχεις δίπλα σου.

