Χθες, στο πανηγύρι της Ανάληψης στη Ραφήνα, σε μια γιορτή που διοργάνωσε η Θύελλα Ραφήνας σε συνεργασία με τον Δήμο Ραφήνας-Πικερμίου, εκατοντάδες άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους για να κάνουν κάτι απλό: να ζήσουν λίγο.
Να ακούσουν μουσική, να φάνε ένα σουβλάκι, να δουν φίλους, να αφήσουν για λίγες ώρες πίσω τους την πίεση, τα προβλήματα και τη μόνιμη κούραση της καθημερινότητας.
Ο χώρος γύρω από την εκκλησία που γιόρταζε ήταν γεμάτος κόσμο. Παιδιά έτρεχαν, παρέες τραγουδούσαν, οικογένειες κάθονταν μαζί, άνθρωποι κάθε ηλικίας συμμετείχαν σε μια δωρεάν συναυλία και σε ένα λαϊκό γλέντι που έδωσε ζωή στη γειτονιά.
Και όμως… λίγο μετά τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε η αστυνομία.
Που σημαίνει πως από τις 11 είχε ήδη ξεκινήσει το γνωστό σπορ. Κάποιος είχε ήδη πάρει τηλέφωνο. Κάποιος είχε ήδη “ενοχληθεί”.
Όχι από επεισόδια, ή από βία. Όχι από κάτι επικίνδυνο. Από τη χαρά των άλλων.
Γιατί υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι. Οι μόνιμα πικραμένοι. Οι επαγγελματίες καταγγέλλοντες. Οι τοξικοί της διπλανής πόρτας. Εκείνοι που δεν αντέχουν να βλέπουν τον κόσμο να περνάει καλά, επειδή οι ίδιοι έχουν χρόνια τώρα κηρύξει εμφύλιο με τον εαυτό τους.
Τους ενοχλεί η μουσική. Τους ενοχλεί το γέλιο. Τους ενοχλεί το πανηγύρι. Τους ενοχλεί η συναυλία. Τους ενοχλεί η παιδική φωνή. Τους ενοχλεί ακόμα και το ότι κάποιος περπατάει χαρούμενος στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Είναι εκείνοι που κοιτάνε πάντα το βρακί του γείτονα αντί να κοιτάξουν το σπίτι τους. Που μετράνε ντεσιμπέλ μόνο όταν ακούγεται μουσική και όχι όταν βγάζουν δηλητήριο από το στόμα τους κάθε μέρα. Που δεν έχουν χορέψει ποτέ χωρίς να σκεφτούν τι θα πει ο κόσμος. Που δεν τραγούδησαν ποτέ δυνατά γιατί φοβούνται ακόμα και τη σκιά τους.
Χίλιοι άνθρωποι χθες έτρωγαν, γελούσαν, τραγουδούσαν κάτω από τα φώτα της γιορτής της Ανάληψης και κάπου, μέσα σε ένα σκοτεινό σαλόνι, κάποιος έβραζε από κακία επειδή… ο κόσμος περνούσε καλά.
Αυτοί είναι. Οι ίδιοι που τους φταίει πάντα κάποιος άλλος. Οι ίδιοι που σε κάθε γειτονιά είναι “κατά” σε όλα. Κατά της εκδήλωσης. Κατά της συναυλίας. Κατά του αθλητισμού. Κατά της χαράς. Κατά της ζωής.
Και μετά απορούμε πώς ψηφίζουν. Μα φυσικά έτσι ψηφίζουν. Με το ίδιο δηλητήριο. Με την ίδια μικρότητα. Με το ίδιο κόμπλεξ που κουβαλάνε χρόνια σαν παράσημο αποτυχίας.
Ευτυχώς είναι λίγοι. Ελάχιστοι. Γιατί αν ήταν περισσότεροι, οι πόλεις θα ήταν νεκρές. Δεν θα υπήρχαν πανηγύρια, δεν θα υπήρχαν γιορτές, δεν θα υπήρχαν παιδιά στις πλατείες, δεν θα υπήρχε μουσική, δεν θα υπήρχε τίποτα.
Μόνο κουρτίνες μισόκλειστες, τηλέφωνα καταγγελιών και άνθρωποι που μισούν τόσο πολύ τη ζωή, ώστε δεν αντέχουν να τη βλέπουν ούτε στους άλλους.
Και ξέρετε κάτι; Ο τόπος δεν θα πάει μπροστά με αυτούς. Ο τόπος θα πάει μπροστά με τους ανθρώπους που στήνουν γιορτές, που γεμίζουν πλατείες, που τραγουδούν, που ενώνονται, που δημιουργούν στιγμές.
Οι άλλοι θα μείνουν για πάντα εκεί που ανήκουν: πίσω από ένα ακουστικό, θυμωμένοι με όλον τον κόσμο.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

