Η κυβέρνηση, υπό το βάρος των εξελίξεων στο μεταναστευτικό και φοβούμενη την εκλογική αιμορραγία προς την άκρα δεξιά, επιλέγει τον δρόμο του φόβου, της καταστολής και της αυταπάτης. Αντί να οικοδομεί μια στιβαρή πολιτική διαχείρισης των ροών, με κανόνες, θεσμούς και διεθνείς συμμαχίες, στήνει μια «φάκα από ατσάλι» – ένα στυλ Τrap κράτος, που θυμίζει τις σκοτεινότερες εκδοχές του Τραμπισμού και της Ευρώπης-φρούριο.
Με τροπολογίες που προβλέπουν την αναστολή αιτήσεων ασύλου, την κράτηση μεταναστών χωρίς ουσιαστική πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και με διατυπώσεις περί «κατάστασης ανάγκης» και «έκτακτης απειλής», το κράτος Δικαίου μετατρέπεται σε παρακολούθημα της συγκυρίας. Επικαλούνται ακόμα και το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – δηλαδή τη δυνατότητα να αναστείλουν θεμελιώδη δικαιώματα – ως εάν η χώρα βρίσκεται σε εμπόλεμη ζώνη.
Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει, όμως, είναι κάτι άλλο. H Ελλάδα, αντί να χτίζει διεθνή συμμαχία για ένα νέο πλαίσιο μετανάστευσης, μετατρέπεται σε αποθήκη ανθρώπων, σε χώρο προσωρινής κράτησης, σε υγειονομική ζώνη για τα μάτια των συντηρητικών της Ευρώπης. Και το πιο επικίνδυνο, όλα αυτά δεν γίνονται για την «προστασία των πολιτών», αλλά για την προστασία των ποσοστών. Για να μη χαθεί το κοινό που φλερτάρει με τον εθνολαϊκισμό, με τον ρατσισμό, με τον πολιτικό εκβιασμό της ακροδεξιάς.
Η ρητορική περί «λαθραίας εισβολής», οι πρακτικές pushbacks, οι δομές-φυλακές και το νομικό κενό που επιχειρείται να θεσμοθετηθεί αποτελούν ντροπή για μια χώρα που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή. Όσοι μιλούν για «νόμο και τάξη» στην πραγματικότητα υπονομεύουν τον ίδιο τον νόμο – γιατί ο νόμος χωρίς δικαιώματα είναι απλώς εργαλείο επιβολής, όχι πηγή ελευθερίας.
Η Ελλάδα έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να ελέγχει τα σύνορά της. Αλλά δεν έχει κανένα δικαίωμα να αποποιείται τις υποχρεώσεις της απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο, ούτε να μετατρέπεται σε μια μικρή, άψυχη χώρα που κάνει ότι δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν πονά. Το προσφυγικό δεν είναι μια μαθηματική άσκηση – είναι ζήτημα ανθρωπιάς, αξιοπρέπειας, γεωπολιτικής ευθύνης και ευρωπαϊκού οράματος.
Κι αν το μόνο που έχει μείνει στην κυβέρνηση ως στρατηγική είναι να μιμείται τα πιο σκοτεινά μοντέλα της Δύσης, να μετατρέπει τη διοίκηση σε εργαλείο εκδίκησης και την πολιτική σε διαχείριση θυμού, τότε δεν αξίζει να κυβερνά.
Γιατί το ερώτημα στο τέλος δεν είναι μόνο «ποιος θα περάσει τα σύνορα», αλλά ποια χώρα θα τους υποδεχτεί. Μια Ελλάδα δημοκρατική ή μια Ελλάδα φασίζουσα;
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

