Το βιβλίο ονομάζεται «Η τελευταία μπλόφα» και το υπογράφουν οι δημοσιογράφοι Έλενα Βαρβιτσιώτη και Βικτώρια Δενδρινού. Δημοσιεύτηκε το 2019. Την ίδια χρονιά ο, πρωθυπουργός πλέον, Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται στην εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη. Ο δημοσιογράφος λέει: «να έρθουμε λίγο τώρα στα εθνικά θέματα. Ήταν βαρύ αυτό που είπατε, ότι ο κ. Τσίπρας εξαργύρωνε γραμμάτια με τη Συμφωνία των Πρεσπών». Η απάντηση του πρωθυπουργού είναι ο λόγος που σήμερα συζητούμε ένα ζήτημα πρωτίστως δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε ως εξής: «δεν το είπα εγώ. Το έγραψε η κυρία Βαρβιτσιώτη και η κυρία Δενδρινού σε ένα εξαιρετικό βιβλίο: ‘Η τελευταία μπλόφα’, όπου αναφέρεται ξεκάθαρα και δεν διαψεύστηκε από κανέναν. Ότι ο κ. Γιούνκερ τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο αν δεν κάνω λάθος του ’15, είπε στον κ. Τσίπρα: ‘Θα σε βοηθήσουμε τώρα, αλλά θα μας βοηθήσεις και εσύ όταν έρθει η ώρα να λύσεις το Σκοπιανό’. Λοιπόν, αυτή είναι μια κουβέντα την οποία είπε ο κ. Γιούνκερ και καταγράφεται σε ένα πάρα πολύ σοβαρό βιβλίο από δύο εξαιρετικά σοβαρές δημοσιογράφους. Δεν διαψεύστηκε από κανέναν και είναι η καλύτερη απόδειξη αυτού που λέω ότι το Σκοπιανό δεν λύθηκε μόνο επειδή ο κ. Τσίπρας είχε κάποια πρεμούρα να το λύσει, αλλά μπήκε στο πλαίσιο μιας γενικότερης συμφωνίας που έκανε με τους εταίρους μας».
Εδώ και έτσι ξεκινά ένα αφήγημα από την πλευρά του Κυριάκου Μητσοτάκη και αριθμεί πια επτά χρόνια.
Έγινε ή δεν έγινε;
Στο βιβλίο των Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού υπάρχει ρητή αναφορά στην υποτιθέμενη συνδιαλλαγή με τον Γιούνγκερ. Στη σελίδα 126 του βιβλίου διαβάζουμε τη μαρτυρία ενός ανώνυμου ευρωπαίου αξιωματούχου, όπου αναφέρεται πως ο Γιούγκερ είπε το εξής στον Αλέξη Τσίπρα: «τόσα κάναμε εμείς για εσένα. Κάνε και εσύ κάτι για εμάς». Υποτίθεται ότι πάνω σε αυτό πάτησε μετά ο Αλέξης Τσίπρας και έφερε τη Συμφωνία των Πρεσπών, ανταλλάσσοντάς την με τις συντάξεις και πάει λέγοντας. Είναι ένα αφήγημα με αρκετές παραλλαγές.
Ποιο είναι το θέμα, όμως; Ότι έχει διαψευστεί από την ίδια την Άνγκελα Μέρκελ. Τον Ιανουάριο του 2019 η γερμανίδα Καγκελάριος ήταν κατηγορηματική. Εδώ το απόσπασμα:
Δημοσιογράφος: Κύριε Πρωθυπουργέ, όσον αφορά το ονοματολογικό, ο κύριος Μητσοτάκης σας κατηγορεί ότι υπήρχε ουσιαστικά ένα deal. Και κυρία Καγκελάριε, ο κύριος Μητσοτάκης λέει ότι μετά τις εκλογές και εφόσον επικρατήσει εκείνος, θα υπάρξει μία πλήρης αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Πόσο δυνατό είναι κάτι τέτοιο; Και πώς θα μπορούσε να θέσει κανείς σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και πώς θα μπορούσε να πείσει κανείς, για παράδειγμα, τον κύριο Μητσοτάκη, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μία σωστή υπόθεση.
Α. Μέρκελ: Ναι, μπορώ να ξεκινήσω. Λόγω της μορφής βέβαια, μπορείτε μάλλον να σκεφτείτε ότι δεν υπάρχει διασύνδεση ανάμεσα στις δραστηριότητες σε σχέση με τη συμφωνία για το ζήτημα του ονόματος της «Μακεδονίας» και από την άλλη πλευρά το ζήτημα αν θα υπάρξουν κάποιες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό δεν επιτρέπεται και απορώ για το ότι θα πρέπει να μιλήσει κανείς για αυτό. Δεύτερο, φυσικά και θα υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις. Δεν θα αναμειχθώ στα σχέδια των ελληνικών κομμάτων για το εσωτερικό της χώρας, πάντως εγώ θα ταχθώ υπέρ του να τελειώσει η διαμάχη για το όνομα της γειτονικής χώρας. Δεν υπερτιμώ τον ρόλο μου. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα μιλήσουμε γι’ αυτό με τον κ. Μητσοτάκη. Αλλά νομίζω, έχω την ισχυρή πεποίθηση, όπως προείπα, ότι είναι προς το καλό της Ελλάδας, της μελλοντικής Βόρειας Μακεδονίας, της σταθερότητας των Δυτικών Βαλκανίων και της Ε.Ε. Ως προς αυτό είμαι βαθιά πεπεισμένη. Υπάρχει ένας καλός κανόνας: ακόμα και σε περιόδους αντιπολίτευσης και κυβέρνησης -και η αντιπολίτευση πρέπει να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, αυτό συμβαίνει σε όλο τον κόσμο στις Δημοκρατίες- σε θέματα μεγάλης εθνικής σημασίας θα πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια να βρεθεί μία κοινή θέση. Υπέρ αυτού τάσσομαι, αλλά δεν έχω ψευδαισθήσεις σε ό,τι αφορά τις θέσεις, οι οποίες σαφώς δεν θα αλλάξουν από την επίσκεψη μίας γερμανίδας Καγκελαρίου.
Από τη μία έχουμε μία ανώνυμη πηγή και από την άλλη έχουμε μία επώνυμη διάψευση. Αλλά μόνο μία: οι δύο συγγραφείς του βιβλίο δεν διέψευσαν ποτέ τον πρωθυπουργό.
Μία πολύ αναγκαία διευκρίνηση
Οι δύο δημοσιογράφοι τονίζουν ότι το ντοκιμαντέρ βασίζεται αποκλειστικά σε επώνυμες μαρτυρίες των πρωταγωνιστών της περιόδου 2015, μεταξύ των οποίων Έλληνες και ξένοι πολιτικοί και τεχνοκράτες, και όχι σε δημοσιογραφικές κρίσεις. Εν προκειμένω, όμως, βλέπουμε ήδη πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρήκε, ίσως, τη μοναδική ανώνυμη μαρτυρία που υπάρχει στις 399 σελίδες του βιβλίου. Και συγκεκριμένα, την βρήκε στη σελίδα 126.
Από τότε πέρασαν επτά χρόνια, αρκετή προπαγάνδα από την πλευρά της κυβέρνησης, μία επίσημη διάψευση από την Άνγκελα Μέρκελ και καμία διάψευση από τις κυρίες Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού.
Μάλιστα, οι δύο δημοσιογράφοι απαντούν στην άρνηση του Αλέξη Τσίπρα να συμμετέχει στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ ως εξής: «δεν γνωρίζουμε αν έχετε διαβάσει το βιβλίο μας “Η Τελευταία Μπλόφα” το οποίο αποτέλεσε την αφορμή της δημιουργίας του ντοκιμαντέρ, αλλά σε καμία από τις 399 σελίδες του δεν υπάρχει οποιαδήποτε συσχέτιση -είτε άμεση είτε έμμεση- της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών με τη μη περικοπή των συντάξεων. Η άρνηση σας επομένως στηρίζεται σε έναν ισχυρισμό ο οποίος υπήρχε στην δημόσια πολιτική αντιπαράθεση πολύ πριν την συγγραφή του βιβλίου αλλά ουδέποτε υιοθετήθηκε από εμάς, ούτε και προέκυψε από την δική μας δημοσιογραφική έρευνα».
Είναι ένα δίκαιο ερώτημα: γιατί δεν έχουν διαψεύσει επτά ολόκληρα χρόνια τώρα τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Κι επίσης, έχουν σκοπό να το κάνουν;
Το ντοκιμαντέρ και οι… προσωπικές οπτικές
Έχει περάσει πολύς καιρός. Επτά χρόνια είναι ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να διαψεύσεις κάτι ή κάποιον, ακόμη και αν -ή, μάλλον, ειδικά αν- είναι ο πρωθυπουργός της χώρας. Οι κυρίες Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού κάλεσαν τον Αλέξη Τσίπρα να συμμετέχει στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ «Το Χιλιοστό» και ο κος Τσίπρας, όπως είναι γνωστό, αρνήθηκε. Αρχικά, όμως, κλήθηκε σε μία άλλη βάση. Στην βάση του να επικοινωνήσει τη δική του οπτική για τα γεγονότα.
Έχει μία σημασία η λέξη «οπτική», γιατί εδώ δεν μιλάμε για κόντρα μεταξύ δύο ανθρώπων που βλέπουν διαφορετικά μία κατάσταση. Πρόκειται για ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ, όπως επίσης και για ένα πολιτικό βιβλίο. Για δημοσιογραφική έρευνα. Μιλάμε είτε με και για γεγονότα, είτε με και για συκοφαντίες. Επομένως, δεν είναι μία τηλεοπτική αρένα με τον Τσίπρα εναντίον του Μητσοτάκη, ούτε είναι και debate.
Οι δημοσιογράφοι Ελένη Βαρβιτσιώτη και Βικτώρια Δενδρινού δε διέψευσαν ουδέποτε τον πρωθυπουργό. Ίσως να είχαν σκοπό να «χτίσουν» κάπως το επικείμενο ντοκιμαντέρ. Ίσως να περίμεναν να περάσουν επτά χρόνια, ώστε να διαψεύσουν on camera τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αλλά να αναγνωρίσουμε τα δεδομένα ως έχουν: από τη μία η ανώνυμη μαρτυρία ενός ευρωπαίου αξιωματικού, από την άλλη ο έλληνας πρωθυπουργός που διαστρέβλωσε τα λεγόμενα ενός βιβλίου. Κατόπιν, η διάψευσή του από την γερμανίδα καγκελάριο και, εν τέλει, καμία μα απολύτως καμία διάψευση από τις δύο συγγραφείς του βιβλίου.
Τίποτε από αυτά δεν είναι θέμα οπτικής. Είναι συμβάντα που δεδομένα έχουν γίνει και είναι και ορισμένα fake news. Μιλάμε για τη δημοσιογραφική δεοντολογία των Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού, που επί μία επταετία διαστρεβλώνεται η δουλειά τους.
Η άρνηση του Αλέξη Τσίπρα βασίστηκε ακριβώς σε αυτή την διαστρέβλωση. «Επί δέκα χρόνια επιτρέπετε να διακινείται το ψεύδος και η αθλιότητα που φέρουν την υπογραφή σας. Με την επιλογή σας αυτή, λοιπόν, δε μου δίνετε κανένα λόγο να εμπιστευτώ, ούτε στο ελάχιστο, ότι θα έχετε μια αντικειμενική προσέγγιση στα γεγονότα του 2015 και ότι σκοπός σας δεν θα είναι και σήμερα, να επιμείνετε στη συκοφαντία και τη διαστρέβλωση γεγονότων που αποτελούν μέρος της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας. Σας εύχομαι να με διαψεύσετε», έγραψε ο πρώην πρωθυπουργός.
Η απάντηση των δύο δημοσιογράφων δεν περιείχε ίχνος διάψευσης. Ίσως να χρειάζεται να περιμένουμε το ντοκιμαντέρ. ίσως και να είναι ένα σοβαρό θέμα δεοντολογίας , που θα έπρεπε να είχε ήδη διευθετηθεί.
Εις το μέλλον, λοιπόν.

