Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που ένα μεμονωμένο περιστατικό μπορεί να θεωρηθεί ατυχές. Μια λανθασμένη επιλογή. Ένα ανθρώπινο λάθος. Όταν όμως τα περιστατικά επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, όταν υπουργοί, υφυπουργοί, γενικοί γραμματείς, διοικητές οργανισμών και στενοί συνεργάτες της κυβέρνησης αποχωρούν διαρκώς υπό το βάρος σκανδάλων, ερευνών, αποκαλύψεων ή πολιτικών ευθυνών, τότε δεν μιλάμε πλέον για συμπτώσεις. Μιλάμε για ένα μοτίβο που έχει αρχίσει να κουράζει ακόμη και τους πιο καλοπροαίρετους πολίτες.
Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες έχουν παρακολουθήσει μια σειρά υποθέσεων που, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική τους κατάληξη, οδήγησαν σε παραιτήσεις, διαγραφές και πολιτικές απομακρύνσεις.
Από το σκάνδαλο των υποκλοπών, που προκάλεσε τις παραιτήσεις του Γενικού Γραμματέα του Πρωθυπουργού και του διοικητή της ΕΥΠ, μέχρι την τραγωδία των Τεμπών που οδήγησε σε παραίτηση τον αρμόδιο υπουργό Μεταφορών.
Από την υπόθεση Πάτση μέχρι τις πρόσφατες εξελίξεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου κυβερνητικά στελέχη βρέθηκαν εκτός κυβέρνησης μετά τις αποκαλύψεις και τις έρευνες των ευρωπαϊκών αρχών.
Και τώρα, οι νέες παραιτήσεις που συνδέονται με τις υποθέσεις των πολεοδομιών έρχονται να προστεθούν σε έναν κατάλογο που ολοένα και μεγαλώνει.
Το ζήτημα δεν είναι αν κάθε μία από αυτές τις υποθέσεις είναι ίδια. Δεν είναι. Ούτε αν όλοι όσοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν έχουν τις ίδιες ευθύνες. Δεν έχουν. Το ζήτημα είναι ότι η κοινωνία βλέπει μια κυβέρνηση που εδώ και χρόνια βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με νέες υποθέσεις, νέες αποκαλύψεις και νέα πρόσωπα που οδηγούνται στην έξοδο. Και κάθε φορά ακούει ακριβώς την ίδια εξήγηση: ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, για μια προσωπική αστοχία, για μια περίπτωση που δεν αγγίζει τον πυρήνα της εξουσίας.
Κάποια στιγμή, όμως, οι πολίτες δικαιούνται να αναρωτηθούν: πόσα «μεμονωμένα περιστατικά» χρειάζονται για να πάψουν να θεωρούνται μεμονωμένα;
Η καθημερινότητα του μέσου Έλληνα γίνεται όλο και δυσκολότερη. Η ακρίβεια επιμένει. Τα ενοίκια εκτοξεύονται. Οι λογαριασμοί πιέζουν τα νοικοκυριά. Οι νέοι δυσκολεύονται να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Οι συνταξιούχοι μετρούν το πορτοφόλι τους πριν φτάσουν στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Και την ίδια ώρα, αντί η δημόσια συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από τις λύσεις στα προβλήματα της κοινωνίας, αναλώνεται διαρκώς σε παραιτήσεις, δικογραφίες, εξεταστικές επιτροπές και πολιτικές αντιπαραθέσεις για νέα σκάνδαλα.
Ακόμη μεγαλύτερη ενόχληση προκαλεί το ύφος με το οποίο συχνά αντιμετωπίζονται οι πολίτες. Γιατί δεν είναι μόνο οι αποκαλύψεις. Είναι και η αίσθηση ότι όσοι κυβερνούν δεν αναγνωρίζουν το μέγεθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Ότι αντί για αυτοκριτική επιλέγουν την αλαζονεία. Ότι αντί για εξηγήσεις επιλέγουν να κουνήσουν το δάχτυλο σε όσους διαμαρτύρονται.
Η δημοκρατία, όμως, έχει έναν απλό κανόνα. Όταν η εμπιστοσύνη των πολιτών αρχίζει να φθείρεται τόσο βαθιά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επικοινωνιακή διαχείριση. Η απάντηση είναι η πολιτική λογοδοσία.
Και γι’ αυτό το ερώτημα ακούγεται πλέον όλο και πιο συχνά στα καφενεία, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας και στα οικογενειακά τραπέζια: πόσες ακόμη παραιτήσεις, πόσες ακόμη αποκαλύψεις και πόσα ακόμη σκάνδαλα χρειάζονται για να ζητηθεί ξανά η ετυμηγορία των πολιτών;
Γιατί στο τέλος της ημέρας, σε μια δημοκρατία, τον τελευταίο λόγο δεν τον έχουν ούτε οι υπουργοί ούτε οι γενικοί γραμματείς.
Τον έχουν οι πολίτες. Και ίσως έχει έρθει η ώρα να τους δοθεί ξανά ο λόγος.
ΜΑΡΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

