Η κοινωνία δεν κουράστηκε από τον καιρό. Κουράστηκε από τη διαρκή υπερβολή.
Υπάρχουν κοινωνίες που φοβούνται τον κίνδυνο. Και υπάρχουν κοινωνίες που αρχίζουν να φοβούνται περισσότερο την ίδια την προειδοποίηση.
Η Ελλάδα μοιάζει να περνά στη δεύτερη κατηγορία.
Μέσα σε τρεις ημέρες ο πολίτης κλήθηκε να προσαρμοστεί σε τρεις διαφορετικές πραγματικότητες. Τη μία ημέρα η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση συναγερμού για τις πυρκαγιές. Την επόμενη πήρε μια ανάσα. Την αμέσως επόμενη τέθηκε ξανά σε κατάσταση έκτακτης κινητοποίησης, αυτή τη φορά για βροχές, καταιγίδες, κεραυνούς, μπουρίνια και πλημμύρες.
Την Τετάρτη καιγόμαστε.
Την Πέμπτη ξεκουραζόμαστε.
Την Παρασκευή πνιγόμαστε.
Όχι. Το πρόβλημα δεν είναι ο καιρός. Ο καιρός έκανε πάντοτε τη δουλειά του. Καύσωνες υπήρχαν. Καταιγίδες υπήρχαν. Χαλάζι υπήρχε. Ξαφνικές νεροποντές υπήρχαν. Η φύση δεν διάβασε τα δελτία ειδήσεων για να αλλάξει συνήθειες. Εμείς αλλάξαμε.
Κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε απέναντι σε οτιδήποτε μπορεί να εξελιχθεί σε κίνδυνο.
Σήμερα όλα οφείλουν να είναι έκτακτα. Όλα να χαρακτηρίζονται ιστορικά. Όλα να συνοδεύονται από ειδικές συνεδριάσεις, κόκκινους συναγερμούς, διαρκείς ειδοποιήσεις και μηνύματα που διακόπτουν τη ζωή μας με τον ίδιο επίμονο ήχο.
Ίσως γιατί στην εποχή μας η μεγαλύτερη αγωνία δεν είναι να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος. Είναι να μη βρεθεί κανείς κατηγορούμενος ότι δεν προειδοποίησε αρκετά. Έτσι, η ευθύνη αντικαταστάθηκε από τη διαδικασία. Η κρίση από το πρωτόκολλο. Και η ψυχραιμία από την υπερβολή.
Ο Αίσωπος είχε περιγράψει αυτή τη διαδρομή πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν έγραψε έναν μύθο για έναν βοσκό που έλεγε ψέματα. Έγραψε έναν μύθο για την αξία της αξιοπιστίας. Γιατί ο βοσκός δεν έχασε τα πρόβατά του όταν φώναξε πρώτη φορά «λύκος». Τα έχασε όταν κανείς δεν είχε πια λόγο να τον πιστέψει.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα μιας κοινωνίας που ζει διαρκώς σε κατάσταση συναγερμού. Δεν κουράζεται μόνο. Αποκτά ανοσία. Και η ανοσία απέναντι στις προειδοποιήσεις είναι πολύ πιο επικίνδυνη από την ίδια την καταιγίδα.
Μετά αναρωτιόμαστε γιατί οι πολίτες αντιμετωπίζουν κάθε ανακοίνωση με δυσπιστία. Γιατί κοιτούν το κινητό τους όταν χτυπά το 112 και, πριν ακόμη διαβάσουν το μήνυμα, μουρμουρίζουν «πάλι τα ίδια». Γιατί δεν εμπιστεύονται ούτε τους θεσμούς, ούτε τους ειδικούς, ούτε πολλές φορές τα ίδια τους τα μάτια. Η εμπιστοσύνη δεν καταρρέει από ένα λάθος.
Διαβρώνεται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, όταν η εξαίρεση γίνεται καθημερινότητα και ο συναγερμός μετατρέπεται σε μόνιμο φόντο της ζωής.
Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι να βρέξει περισσότερο ή να κάνει περισσότερη ζέστη. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να έρθει εκείνη η μέρα που ο λύκος θα βρίσκεται πράγματι έξω από το μαντρί και κανείς δεν θα σηκωθεί από τη θέση του. Όχι επειδή δεν θα υπάρχει λύκος. Αλλά επειδή, ύστερα από τόσους συναγερμούς, θα έχουμε πάψει να πιστεύουμε ότι υπάρχει.
Βασίλης Σπαντούρος

