Για πρώτη φορά από τότε που ανέλαβε την Πρωθυπουργία η επιχειρηματολογία του Κυριάκου Μητσοτάκη σε εμφάνισή του στη Βουλή ήταν τόσο αδύναμη.
ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η αλήθεια είναι ότι στις κατά καιρούς εμφανίσεις του στη Βουλή, ως Πρωθυπουργός, τα τελευταία 7 χρόνια ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δώσει αρκετές αφορμές για να τον επικρίνει κανείς. Και για την ουσία των λεγομένων του και για το ύφος, το χαρακτηριστικά αλαζονικό αυτό ύφος το οποίο τον διακρίνει.
Την Πέμπτη ο Κυριάκος Μητσοτάκης όμως ξεπέρασε και το χειρότερο εαυτό του. Κυρίως στην ουσία, άλλωστε το ύφος, στο κάτω-κάτω της γραφής, είναι πράγμα δευτερεύον.
Ηταν, ίσως η πρώτη φορά που η επιχειρηματολογία του Πρωθυπουργού έμοιαζε τόσο φτωχή και αδύναμη. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της πρώτης ομιλίας του έθεσε τα πράγματα σε εντελώς λαθεμένο πλαίσιο “μαλώνοντας” τον Νίκο Ανδρουλάκη για την επιλογή του θέματος της συζήτησης (κράτος δικαίου) αφού υπάρχουν, κατά τον ίδιον, πολύ σοβαρότερα θέματα σήμερα στον κόσμο.
Ο κ. Μητσοτάκης, για να μιλήσουμε με ποδοσφαιρικούς όρους, δεν κατέβηκε στο γήπεδο να παίξει. Και όταν, στην πορεία της συζήτησης, υποχρεώθηκε να το κάνει, έριχνε συνεχώς την μπάλα στην εξέδρα.
Η απάντηση για τη διαφθορά της κυβέρνησής του ήταν ότι και το ΠΑΣΟΚ είχε να μας παρουσιάσει κρούσματα διαφθορά, “ήδη από τη δεκαετία του 80”. Όταν μίλησε για την ευρωπαϊκή εισαγγελία, έκανε ουσιαστικά παρατήρηση-υπόδειξη στη Λάουρα Κοβέσι για την ταχύτητα με την οποία κάνει τη δουλειά της (σε συζήτηση για το κράτος δικαίου, διάολε). Και για τις υποκλοπές δεν είπε σχεδόν τίποτα πέρα από αφόρητες κοινοτοπίες και επίκληση στο εθνικό συναίσθημα για το “σπουδαίο ρόλο” της ΕΥΠ.
Υπήρξε, δε, και θέμα για το οποίο ο Πρωθυπουργός δεν είπε κουβέντα! Παρά το γεγονός ότι προκλήθηκε, όχι μία φορά, να τοποθετηθεί για την υπόθεση Λαζαρίδη, από το στόμα του δεν βγήκε λέξη. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό για το πόση ζημιά έχει κάνει ήδη στην κυβέρνηση η αμετροέπεια και το θράσος του βουλευτή Καβάλας (που έσπευσε να ανασυνταχθεί λίγο πριν αρχίσει η συζήτηση στη Βουλή).
Με λίγα λόγια ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον να πει. Γι’ αυτό έστριψε δια του αρραβώνος της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση χωρίς φυσικά να αναρωτηθεί ποιος θα συζητήσει σοβαρά για την αναθεώρηση του Συντάγματος με τον Πρωθυπουργό των υποκλοπών.
Αντιθέτως, ίσως για πρώτη φορά από την εποχή που μπήκε στη Βουλή ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης παρήγαγε πολιτικό αποτέλεσμα και θα έλεγε κανείς ότι στη μονομαχία του με τον Μητσοτάκη νίκησε καθαρά.
Οι τόνοι ήταν πιο οξείς από ποτέ, όχι όμως χωρίς επιχειρήματα και όχι χωρίς λόγο. Οι προσωπικές αναφορές του στον τρόπο με τον οποίο πολιτεύεται ο Πρωθυπουργός to the point, που λέμε και στη Δυτική Μεσσηνία και η γενικότερη παρουσία του ικανοποιητική το δίχως άλλο.
Το αν η συγκεκριμένη πολιτική παρουσία θα αποτελέσει εφαλτήριο για άνοδο των δημοσκοπικών επιδόσεων του ΠΑΣΟΚ, θα το δείξει ο χρόνος. Στην πολιτική θαύματα δεν γίνονται και οι διαθέσεις του εκλογικού σώματος αλλάζουν με κόπο και σε βάθος χρόνου. Ο κ. Μητσοτάκης διατηρεί φυσικά και την πρωτοβουλία των κινήσεων (ως Πρωθυπουργός) και το δημοσκοπικό προβάδισμα που είναι σαφώς ευρύ και αξιοσημείωτο.
Ισως όμως χθες να γίναμε μάρτυρες των πρώτων σοβαρών ρωγμών στην κυριαρχία Μητσοτάκη. Και αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι λίγο. Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι την πολιτική ανατροπή ο δρόμος είναι μάλλον μακρύς και δύσβατος (και προφανώς αφορά και παίκτες που δεν βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο κοινοβούλιο).
ΥΓ. Πέρασε στα ψιλά αλλά σίγουρα αξίζει σχολιασμού. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκος Βελόπουλος τόνισε από το βήμα της Βουλής ότι καλώς έπραξε όταν στήριξε την εκπαραθύρωση του Χρήστου Ράμμου από την προεδρία της ΑΔΑΕ γιατί ο πρώην ανώτατος δικαστής δεν έχει τη σωστή, κατά τον ίδιο, θέση στο Μακεδονικό και υποστηρίζει όσους θέλουν να τραγουδούν στα “σκοπιανά”. Κοντολογίς, πολιτικός αρχηγός έφτασε στο σημείο να συκοφαντεί πρώην δικαστή και επικεφαλής ανεξάρτητης αρχής καταλογίζοντάς του, ουσιαστικά, μειωμένο πατριωτισμό και μειωμένη εθνική ευαισθησία. Δεν μας είχαν λείψει είναι η αλήθεια, οι ρητορίες επιπέδου ΕΡΕ της δεκαετίας του 60, τώρα όμως τις έχουμε και αυτές σε σύγχρονη version. Τι να πει κανείς…

