Όταν οι κοινωνίες αλλού ρίχνουν κυβερνήσεις, εμείς «κερδάμε» στα social και χάνουμε στο πεδίο.
Στο Νεπάλ, η σπίθα ήταν ξεκάθαρη. Η κυβέρνηση απαγόρευσε τα social media. Οι νέοι ξεσηκώθηκαν, βγήκαν μαζικά στους δρόμους, υπήρξαν συγκρούσεις με δεκάδες νεκρούς, ο στρατός κατέβηκε, η πρωτεύουσα παραλύθηκε – και ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Μια κοινωνία που βράζει, βρήκε το όριο: «ως εδώ».
Στη Γαλλία, η πτώση της κυβέρνησης ήρθε μέσα στη Βουλή. Ο Μακρόν διόρισε νέο πρωθυπουργό, αλλά οι δρόμοι είχαν ήδη γεμίσει. «Μπλοκάρετε τα πάντα», φώναζαν οι διαδηλωτές, με επιθέσεις, αποκλεισμούς, συλλήψεις. Το πολιτικό κόστος ήταν άμεσο, η εξουσία κλονίστηκε.
Κι εδώ; Εδώ ο Έλληνας οργίζεται, ποστάρει, βρίζει – κι ύστερα αλλάζει κανάλι. Η ακρίβεια θερίζει, οι μισθοί εξαφανίζονται στη δεύτερη εβδομάδα, οι νέοι κοιτούν το εξωτερικό. Ακόμη και στο διαδίκτυο, που αλλού λειτούργησε σαν πυροκροτητής, εδώ η συζήτηση περιορίζεται σε «ρυθμίσεις» και «για την προστασία των ανηλίκων». Καμία κόκκινη γραμμή, κανένα ενιαίο σύνθημα που να ενώσει.
Δεν λέμε «να καεί ο τόπος». Λέμε να ιδρώσει το αυτί της εξουσίας. Με θεσμούς που λειτουργούν στ’ αλήθεια, με δημοσιογραφία που δεν φιμώνεται, με νέους που ξέρουν ότι η φωνή τους μετράει. Να υπάρχει το ένα αίτημα που δεν προσπερνιέται.
Κοιτάξτε το Νεπάλ. Μια νεολαία βγήκε στον δρόμο και άλλαξε την πολιτική σελίδα της χώρας της. Κοιτάξτε τη Γαλλία. Μια κοινωνία που μπορεί να παραλύσει τη χώρα της για να ακουστεί. Κι εμείς; Αν μείνουμε μόνο στα likes και στα stories, η Δημοκρατία θα μείνει μάθημα εξ αποστάσεως.
Το ερώτημα είναι απλό. Θέλουμε να μείνουμε πρωταθλητές του καναπέ ή να ξαναγίνουμε ο λαός που έδωσε το όνομα στη Δημοκρατία;

