Το είχα γράψει κατ’ επανάληψη: οι δημοσκοπήσεις για μήνες έδειχναν μια «μαγική εικόνα» αφού δεν περιλάμβαναν δύο κόμματα που ήταν σαφές ότι θα δημιουργηθούν αλλά δεν είχαν ακόμη ιδρυθεί επισήμως. Τώρα πια τα κόμματα αυτά, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, υπό τον Αλέξη Τσίπρα και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού έχουν ιδρυθεί και αυτό που βλέπουμε είναι ένα νέο πολιτικό σκηνικό.
Το ίδιο το γεγονός ότι η ΕΛΑΣ σταθεροποιείται στη δεύτερη θέση στις δημοσκοπήσεις και έχει μια σταθερά ανοδική πορεία είναι το πιο σημαντικό στοιχείο του νέου σκηνικού. Ναι, υπάρχει και μια μεγαλύτερη δημοσκοπική συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας, αλλά όχι στην κλίμακα που θα της επιτρέψει ποτέ να διεκδικήσει αυτοδυναμία, την ώρα που είναι σαφές ότι εάν όντως προχωρήσει ο Αντώνης Σαμαράς σε πολιτική πρωτοβουλία αυτό θα έχει επιπτώσεις στην εκλογική απήχηση της κυβερνητικής παράταξης.
Ωστόσο, το βασικό στοιχείο είναι ότι υπάρχει ένα «αντίπαλο δέος» που σταθερά διευρύνει την επιρροή του. Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: αυτό ούτε εύκολο είναι ούτε αυτονόητο. Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να αντιμετωπίζει ένα τείχος δυσαρέσκειας πρωτίστως για την ακρίβεια, αλλά και για τη διαφθορά, τα σκάνδαλα και την κρίση των θεσμών για την οποία ευθύνεται, όμως δεν παύει να έχει και μια ισχυρή εκλογική βάση που δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική, αλλά συνδέεται με μια συγκεκριμένη στρατηγική εξυπηρέτησης συμφερόντων. Αντιθέτως, όταν μιλάμε για τη δημοκρατική προοδευτική αντιπολίτευση δεν μιλάμε μόνο για έναν χώρο κατακερματισμένο, αλλά και για έναν χώρο που αντιμετώπισε μεγάλη δυσπιστία από μια κοινωνία που ήθελε κάτι παραπάνω, πιο συγκροτημένο και αποτελεσματικό.
Να το πω διαφορετικά: η Νέα Δημοκρατία τη «σκληρή» κομματική της βάση δεν την έχασε ποτέ. Η δημοκρατική προοδευτική παράταξη κατάφερε μέσα από μια ακολουθία λαθών, φθοράς, και αδυναμίας προσφοράς πειστικών απαντήσεων να αποδιαρθρώσει την ίδια την κοινωνική της βάση και να πρέπει να χρειάζεται αγώνας για να πειστούν οι άνθρωποι να στρατευτούν ξανά στην υπόθεση της πολιτικής αλλαγής.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή ακόμη και τώρα φαίνεται καθαρά ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να έχει ισχυρή βάση αλλά δεν είναι ηγεμονική. Δεν εκπροσωπεί το κυρίαρχο ρεύμα στην ελληνική κοινωνία. Δεν μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες επιδιώξεις, ανάγκες και αγωνίες. Δεν μπορεί να πείσει τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος που σταθερά και επίμονα εκφράζουν καταδίκη της κυβερνητικής πολιτικής και ισχυρό αίτημα πολιτικής αλλαγής.
Και στις Δημοκρατίες, κερδίζει εκλογές όποιος μπορεί να εκφράσει το κυρίαρχο αίτημα στην κοινωνία. Το 2019 και ως ένα βαθμό το 2023 αυτό ήταν ένα αίτημα «κανονικότητας» το οποίο το εκμεταλλεύτηκε η Νέα Δημοκρατία. Το 2026 το κυρίαρχο αίτημα στην κοινωνία είναι η πολιτική αλλαγή στην κατεύθυνση περισσότερης κοινωνικής δικαιοσύνης, αποκατάστασης της λειτουργίας των θεσμών και ανασυγκρότησης του κράτους.
Και αυτό το αίτημα δεν μπορεί να το εκφράσει η Νέα Δημοκρατία. Δεν μπορεί να το εκφράσει η Μαρία Καρυστιανού, παρά τη μεγάλη δημοφιλία της, γιατί δεν κατόρθωσε να πείσει ότι εκτός του να ηγηθεί ενός μεγάλου αγώνα μπορεί και να κυβερνήσει. Δεν μπόρεσαν να το εκπροσωπήσουν τα υπαρκτά κόμματα της αντιπολίτευσης.
Θέλω να είμαι σαφής: είναι πιθανό για ένα διάστημα ακόμη αυτό το αίτημα να μην εκπροσωπείται με πλειοψηφικούς όρους. Αυτή σε τελική ανάλυση είναι και η βαθιά αντίφαση που τροφοδοτεί αυτή την αίσθηση ότι η χώρα μας έχει μπει σε παρατεταμένη πολιτική κρίση, όπου «το παλιό αργεί να πεθάνει και το νέο αργεί να γεννηθεί».
Όμως, κάποια στιγμή θα εκπροσωπηθεί και αυτή θα είναι η πραγματική βάση και η πραγματική αιτία της πολιτικής αλλαγής.
Η ΕΛΑΣ δείχνει ότι έχει τη δυνατότητα να παίξει αυτόν τον ρόλο. Αυτό δείχνει μια αρχική συσπείρωση που δεν ήταν καθόλου αυτονόητη, εάν αναλογιστούμε ότι δεν είμαστε στο 2015 και ότι ακόμη και ο Αλέξης Τσίπρας στα μάτια αρκετών μέσα στην κοινωνία μοιάζει να είναι τμήμα του «παλιού» πολιτικού σκηνικού, με το «τραύμα» του 2015 στα μάτια αρκετών να είναι ανοικτό.
Την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι όχι μόνο οι δημοσκοπήσεις αλλά και η ίδια η κατάσταση στην κοινωνία δείχνουν ότι απέχουμε από το να έχει αναδειχτεί μια νέα ηγεμονική πρόταση, ένα νέο αφήγημα που να μπορεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει την κοινωνία.
Ωστόσο, φαίνεται ότι μια στρατηγική που επενδύει στην παραγωγή λόγου πιο γειωμένου και στρατηγικού, που πατάει πάνω σε επεξεργασίες και τεκμηρίωση και όχι σε εσωκομματικές ισορροπίες, που φέρνει στο προσκήνιο πρόσωπα που έχουν δοκιμαστεί στη ζωή και όχι στην κομματική καμαρίλα αποδίδει.
Αυτό δεν θα κριθεί από κάποια επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα και σίγουρα δεν θα κριθεί απλώς από το πόσο σκληρά θα καταδικαστεί η κυβερνητική πολιτική. Πρωτίστως θα κριθεί από την ικανότητα να προτείνει μια εναλλακτική διακυβέρνηση, που να πείθει ότι μπορεί να πάρει την εξουσία, να φέρει τις αναγκαίες αλλαγές και να κάνει τη ζωή των ανθρώπων καλύτερη. Δεν χρειάζεται να υποσχεθεί μια επανάσταση, πρέπει όμως να αποδείξει στα μάτια μιας κοινωνίας δύσπιστης ότι όταν πάρει την εξουσία θα έχει σχέδιο, έτοιμα νομοσχέδια, κοστολογημένες λύσεις σε προβλήματα και ανθρώπους που θα μπορούν όλα αυτά να τα κάνουν πράξη. Εάν το καταφέρουν, τότε πολύ σύντομα η ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό, ακόμη και στις δημοσκοπήσεις, θα είναι πολύ μεγαλύτερη.
in.gr

