Τις τελευταίες μέρες διάφορα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας επαναλαμβάνουν με διάφορους τρόπους, και σε συναγωνισμό για το ποιος θα το υπογραμμίσει με τον πιο εξωφρενικό τρόπο, ένα αφήγημα ότι στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει κρίση κόστους ζωής, αλλά στην πραγματικότητα οι άνθρωποι είναι στην καλύτερη δυνατή οικονομική κατάσταση.
Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα στην Ελλάδα δεν είναι ακριβά τα καύσιμα, γιατί εάν ήταν ακριβά, τότε δεν θα βλέπαμε μεγάλη κίνηση στις λεωφόρους της Αθήνας και κυκλοφοριακή συμφόρηση, αλλά οι άνθρωποι θα παρατούσαν τα αυτοκίνητά τους. Αφού δεν τα παρατούν δεν έχουν κανένα πρόβλημα.
Αντίστοιχα, οι άνθρωποι δεν υποφέρουν οικονομικά γιατί βγαίνουν έξω και κυκλοφορούν στους δρόμους και στα μαγαζιά, άρα καταναλώνουν και επομένως έχουν λεφτά. Εάν δεν είχαν θα κάθονταν στο σπίτι και θα ψόφαγαν της πείνας.
Και βέβαια οι άνθρωποι δεν υποφέρουν από την ακρίβεια επειδή δεν μπορούσες το καλοκαίρι να βρεις ελεύθερη ξαπλώστρα, διότι προφανώς εάν δεν είχαν λεφτά δεν θα πήγαιναν στην παραλία.
Όλα αυτά δεν λέγονται ως αστεία σε κακής ποιότητας παράσταση. Λέγονται στα σοβαρά. Διατυπώνονται ως επιχειρήματα για να αποδειχτεί ότι όσοι μιλούν για ακρίβεια και για κοινωνική δυσαρέσκεια το κάνουν επειδή είναι μεμψίμοιροι και θέλουν να μην αφήσουν την κυβέρνηση να παράγει το έργο της.
Προφανώς και λέγοντάς τα αυτά αγνοούν την ίδια την πραγματικότητα, ή απλώς την προσπερνάνε. Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι εάν κάποιος δεν μπορεί να πάει στη δουλειά του παρά μόνο με αυτοκίνητο, τότε θα αναγκαστεί να το πάρει και θα υπάρξει και κυκλοφοριακό πρόβλημα και ταυτόχρονα αυτό θα του κοστίσει πολύ περισσότερο και αυτό το κόστος θα σημαίνει ότι θα αναγκαστεί να στερηθεί κάτι άλλο.
Το ίδιο ισχύει για το εάν οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους, πηγαίνουν σε καταστήματα ή ακόμη και σε παραλίες ή καφετέριες. Αυτές είναι στοιχειώδεις ανάγκες τις οποίες από ένα σημείο και μετά δεν μπορεί κάποιος να μην καλύψει. Αυτό δε, σημαίνει ότι εάν όλες αυτές οι υπηρεσίες κοστίζουν πολύ περισσότερο, όπως συμβαίνει σήμερα, τότε το κόστος είναι μεγάλο και πάλι θα αναγκαστούν να στερηθούν κάτι άλλο.
Και βέβαια ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι αυτή τη στιγμή οι άνθρωποι βγάζουν ως μισθό και εισόδημα παραπάνω από όσο έβγαζαν το 2019, ταυτόχρονα βλέπουν αυτό το επιπλέον εισόδημα να εξανεμίζεται πολύ πιο γρήγορα, να αναγκάζονται παρότι παίρνουν περισσότερα να κάνουν αυστηρές επιλογές και κάποια πράγματα να τα στερούνται, ξεκινώντας από το γεγονός ότι δεν τους μένουν πολλά για αποταμίευση.
Επιπλέον, οι άνθρωποι δεν ζουν σε γυάλα. Δεν παρατηρούν μόνο τις αυξημένες τιμές στο βενζινάδικο ή το σουπερμάρκετ, την απτή απόδειξη ενός πληθωρισμού σε άνοδο όπως επιβεβαιώνει και η ΕΛΣΤΑΤ. Την ίδια στιγμή ακούνε ειδήσεις και καταλαβαίνουν ότι μπαίνουμε σε μια περισσότερο ασταθή περίοδο, με υπαρκτούς κινδύνους για γεωπολιτικές εξελίξεις που θα έχουν επίπτωση και στο κόστος ενέργειας, άρα και στους «οικογενειακούς προϋπολογισμούς».
Και αυτό τους δημιουργεί ανασφάλεια. Γιατί οι άνθρωποι που όντως ζουν από τον μόχθο τους δεν θέλουν απλώς να μπορούν να τα βγάζουν πέρα τώρα, θέλουν να έχουν και την αίσθηση ότι θα συνεχίσουν να τα βγάζουν πέρα και στο μέλλον. Και ως προς αυτό τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα. Για να μην αναφερθούμε και σε άλλα γεγονότα που γεννούν ανησυχία στους ανθρώπους και τους κάνουν να μην αισθάνονται αισιοδοξία για το μέλλον, όπως είναι η κατάσταση με το σύστημα υγείας και η αγωνία για το τι θα γίνει εάν συμβεί κάτι στους ίδιους ή σε ένα οικείο πρόσωπο.
Όλα αυτά τα καταλαβαίνει η κοινωνία και γι’ αυτό τον λόγο ιεραρχεί ψηλά το πρόβλημα της ακρίβειας και είναι τόσο δυσαρεστημένη με την κυβέρνηση και τις πολιτικές της. Δεν είναι επειδή είναι «μίζερη». Το ακριβώς αντίθετο: είναι μια κοινωνία που το 2019 είχε πραγματική αισιοδοξία ότι τα χειρότερα είχαν περάσει και ότι η χώρα επανερχόταν στην κανονικότητα και ένα μέλλον πιο προβλέψιμο. Είναι μια κοινωνία που άντεξε και την πανδημία και τις μετέπειτα μεγάλες αναστατώσεις, ακριβώς επειδή πίστευε ότι παρ’ όλα αυτά μπορούν τα πράγματα να πάνε καλύτερα. Και που τώρα συνειδητοποιεί ότι όχι μόνο δεν πάνε καλύτερα, αλλά ξαναμπαίνει σε έναν κύκλο κρίσης και ανασφάλειας. Κάτι που αισθάνεται καθημερινά, ακόμη και όταν οδηγεί, πηγαίνει στα καταστήματα ή κατεβαίνει στην παραλία.
Προφανώς όλα αυτά δεν σημαίνουν κάτι για βουλευτές και στελέχη της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη που επιμένουν ότι ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Ή, για να πούμε την αλήθεια, ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνουν, αλλά προσπαθούν να εμπεδώσουν την αντίληψη ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική, ότι τίποτε άλλο δεν μπορεί να γίνει και άρα ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι πολίτες είναι συμφιλιωθούν και να λένε «πάλι καλά».
Όμως, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι πολίτες δεν προσυπογράφουν αυτό το «πάλι καλά» και δεν πιστεύουν ότι ζουν στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Βιώνουν πραγματικά προβλήματα και έχουν εξίσου πραγματικές αγωνίες για το μέλλον, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν εναλλακτικές και είναι θέμα πολιτικής βούλησης εάν θα υπάρξουν μέτρα υπέρ του συνόλου ή μέτρα υπέρ ημετέρων, που ευνοήθηκαν προκλητικά από την κυβερνητική πολιτική, είτε με τη διασπάθιση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων, είτε με την ανοχή σε πρακτικές καρτέλ και υπερκερδών. Και γι’ αυτόν τον λόγο και επιμένουν τόσο έντονα σε ένα αίτημα πολιτικής αλλαγής.
in.gr

