Ο Μπιλ Γκέιτς προειδοποίησε ότι η ταχύτατη εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία από τις πιο ταραχώδεις περιόδους της σύγχρονης ιστορίας, εάν οι κυβερνήσεις δεν κινηθούν έγκαιρα για να προστατεύσουν εργαζομένους και κοινωνίες.
Σε εκτενές δοκίμιό του, ο συνιδρυτής της Microsoft υποστηρίζει ότι ορισμένες θέσεις εργασίας θα πρέπει να χαρακτηριστούν ως «human reserved», δηλαδή να διατηρηθούν αποκλειστικά για ανθρώπους, ακόμη και αν στο μέλλον η τεχνολογία μπορεί τεχνικά να τις εκτελέσει.
Κατά τον Γκέιτς, η λογική θυμίζει τις προστατευόμενες φυσικές περιοχές: η κοινωνία μπορεί να έχει τη δυνατότητα να τις αλλάξει ή να τις αξιοποιήσει, αλλά επιλέγει να μην το κάνει επειδή το κόστος της απώλειας θα ήταν πολύ μεγάλο.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τον χώρο της υγείας. Ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης ή ένα ρομπότ θα μπορούσε στο μέλλον να ενημερώσει έναν ασθενή ότι πάσχει από ανίατη ασθένεια. Τεχνικά, τίποτα δεν θα το εμπόδιζε. Ο ίδιος, όμως, εκτιμά ότι τέτοιες στιγμές θα πρέπει να παραμένουν ανθρώπινες.
«Πολλές δουλειές θα εξαφανιστούν για πάντα»
Ο Γκέιτς δεν κρύβει την ανησυχία του για τις επιπτώσεις της AI στην αγορά εργασίας. Προβλέπει ότι πολλές θέσεις θα εξαφανιστούν οριστικά και θεωρεί ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να εξετάσουν ποια επαγγέλματα ή καθήκοντα δεν θα πρέπει να αυτοματοποιηθούν πλήρως.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στους εργαζομένους που δεν μπορούν εύκολα να αλλάξουν επάγγελμα ή να αποκτήσουν νέες δεξιότητες.
Παράλληλα, θεωρεί ότι οι σημερινές κυβερνήσεις δεν έχουν αντιληφθεί ακόμη το μέγεθος των αλλαγών που φέρνει η Τεχνητή Νοημοσύνη. Κατά την εκτίμησή του, οι θεσμικές παρεμβάσεις που θα απαιτηθούν μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερες από εκείνες που ακολούθησαν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και αναδιαμόρφωσαν την πολιτική εθνικής ασφάλειας στις ΗΠΑ.
Ο ίδιος ζητά διεθνή συντονισμό και επισημαίνει ότι σε αυτή τη συζήτηση θα πρέπει να συμμετέχει και η Κίνα. Ένα από τα δύσκολα ερωτήματα, σύμφωνα με τον Γκέιτς, είναι ποιος θα αποφασίζει ποια επαγγέλματα πρέπει να προστατεύονται από την αυτοματοποίηση και τι θα συμβεί εάν ορισμένες χώρες επιτρέψουν πολύ μεγαλύτερη χρήση της AI από άλλες.
Φόροι σε ρομπότ και χρήση AI
Ο Γκέιτς επαναφέρει επίσης μια παλαιότερη πρότασή του για αλλαγή του φορολογικού συστήματος.
Σήμερα, όπως επισημαίνει, μια επιχείρηση που προσλαμβάνει εργαζομένους καταβάλλει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές για την εργασία τους. Αντίθετα, όταν αγοράζει ένα ρομπότ ή επενδύει σε αυτοματισμούς, συχνά μπορεί να καταγράψει τη δαπάνη ως επιχειρηματικό κόστος.
Κατά τον ίδιο, αυτή η διαφορά δημιουργεί ένα οικονομικό κίνητρο υπέρ της αντικατάστασης ανθρώπων από μηχανές.
Για τον λόγο αυτό προτείνει να εξεταστούν νέες μορφές φορολόγησης, όπως φόροι σε ρομπότ αλλά και στις μονάδες υπολογιστικής χρήσης των συστημάτων AI, τα λεγόμενα «tokens».
Στόχος, σύμφωνα με τον Γκέιτς, θα ήταν αφενός να περιοριστούν τα κίνητρα για ανεξέλεγκτη αντικατάσταση εργαζομένων και αφετέρου να δημιουργηθούν έσοδα που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν κοινωνικές πολιτικές, επανεκπαίδευση και στήριξη όσων επηρεαστούν περισσότερο.
Οι επιπτώσεις των ψηφιακών “συντρόφων”
Οι ανησυχίες του Γκέιτς δεν περιορίζονται στην εργασία. Στο δοκίμιό του κάνει εκτενή αναφορά και στις πιθανές επιπτώσεις των AI companions, δηλαδή των ψηφιακών «συντρόφων» που συνομιλούν συνεχώς με τους χρήστες και προσαρμόζονται στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους.
Κάνοντας μια αναδρομή στα παιδικά του χρόνια στο Σιάτλ, ο Γκέιτς σημειώνει ότι είχε λίγους φίλους και χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες. Εκτιμά ότι, αν τότε είχε στη διάθεσή του έναν ψηφιακό σύντροφο που συμφωνούσε διαρκώς μαζί του, ίσως να μην είχε αναγκαστεί να κάνει την ίδια προσπάθεια.
Κατά τον ίδιο, υπάρχει ο κίνδυνος τέτοιου είδους εφαρμογές να γίνουν εθιστικές, ιδιαίτερα για τους νεότερους χρήστες.
Παράλληλα, εκφράζει προβληματισμό και για την εκπαίδευση, επικαλούμενος πρώιμες ενδείξεις ότι η υπερβολική εξάρτηση από την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.
Ανάγκη για μεγαλύτερη προετοιμασία για τη μετάβαση
Παρά τους φόβους του, ο Γκέιτς δεν παρουσιάζει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως μια αναπόφευκτα καταστροφική τεχνολογία.
Αντίθετα, θεωρεί ότι μπορεί να εξελιχθεί είτε σε ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία κοινωνικής προόδου είτε σε έναν μηχανισμό που θα διευρύνει δραματικά τις ανισότητες.
Το κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το πώς θα επιλέξουν κυβερνήσεις και κοινωνίες να διαχειριστούν αυτή τη μετάβαση.
Ο Γκέιτς προειδοποιεί ότι μέχρι στιγμής δεν βλέπει επαρκή προετοιμασία από πολιτικούς ηγέτες, ειδικούς και θεσμούς.
Για τον ίδιο, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι απλώς να αναπτυχθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά να αποφασίσει η κοινωνία ποια κομμάτια της ανθρώπινης ζωής δεν θα πρέπει να της παραχωρηθούν, ακόμη κι αν η τεχνολογία μπορεί να τα αναλάβει.
Με πληροφορίες από Financial Times

