Ορισμένα καλοκαίρια δεν τελειώνουν ποτέ. Μένουν κάπου ανάμεσα σε μια παλιά μελωδία και στο άρωμα του γιασεμιού που αναδύεται από μια ανοιχτή αυλόπορτα· στις μεταλλικές καρέκλες μιας αυλής, στο λευκό χαλίκι που τρίζει κάτω από τα βήματα και στο πρώτο φως του προβολέα που, μόλις πέσει η νύχτα, δίνει ζωή στη λευκή οθόνη.
Ίσως γι’ αυτό αγαπήσαμε τόσο τα θερινά σινεμά. Δεν ήταν ποτέ μόνο οι ταινίες. Ήταν ολόκληρο το καλοκαίρι που έμπαινε μαζί τους στην αυλή: η ζέστη της ημέρας που είχε μόλις υποχωρήσει, το αεράκι της νύχτας, οι μυρωδιές από τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα, ο έναστρος ουρανός πάνω από την οθόνη και λίγο πιο πίσω τραπεζάκια με γκαζόζες και λεμονάδες.
Τα θερινά σινεμά έχουν μια ιστορία σχεδόν τόσο παλιά όσο και η ίδια η αγάπη των Ελλήνων για το σινεμά. Στην Αθήνα, το Σύνταγμα και το Ζάππειο έγιναν από τους πρώτους τόπους όπου οι Αθηναίοι γνώρισαν τη μαγεία της κινούμενης εικόνας κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό. Στη συνέχεια οι πρόχειρες προβολές αρχίζουν σταδιακά να δίνουν τη θέση τους σε πιο οργανωμένους και μόνιμους θερινούς κινηματογράφους.
Γύρω από τα θερινά σινεμά υπάρχει μια ολόκληρη τελετουργία: οι τοίχοι ήταν συχνά παλιοί, οι καρέκλες με καραβόπανο και λίγο άβολες, το κυλικείο μικρό και οι οθόνες λευκές, φωτισμένες από έναν προβολέα που έμοιαζε να ανοίγει κάθε βράδυ ένα παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο. Καθόσουν και κοιτούσες την οθόνη, ενώ πίσω της συνέχιζε να υπάρχει η πραγματική ζωή. Ένα αεράκι κουνούσε τα φύλλα, από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένα ραδιόφωνο, ένα μηχανάκι περνούσε στον δρόμο, κάποιος ψιθύριζε στον μπροστινό του «κάνε λίγο πιο πέρα να βλέπω». Και ύστερα πάλι σιωπή. Μόνο ο ήχος της ταινίας, το φως του προβολέα και οι σκιές των ανθρώπων μπροστά στη λευκή οθόνη.
Ίσως γι’ αυτό τα θερινά σινεμά έγιναν τραγούδι, εικόνα, στίχος, ανάμνηση. «Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι μες στα θερινά τα σινεμά», τραγούδησε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, και ξαφνικά μέσα σε λίγες λέξεις χωρούσε ένα ολόκληρο ελληνικό καλοκαίρι: το φεγγάρι, το αγιόκλημα, το γιασεμί, οι νύχτες που περνούν και δεν ξαναγυρνούν.
Γιατί αυτό ίσως ήταν πάντα το μυστικό τους. Τα θερινά σινεμά είχαν έναν παράξενο τρόπο να κρατούν τον χρόνο ακίνητο. Μέχρι να ανάψουν τα φώτα, μπορούσες να πιστεύεις πως το καλοκαίρι δεν θα τελείωνε, πως ο Αύγουστος θα έμενε για πάντα Αύγουστος, πως η νύχτα θα ήταν πάντα ζεστή και πως την επόμενη μέρα θα ξαναγύριζες στην ίδια αυλή, στην ίδια θέση, με τους ίδιους ανθρώπους.
Τι σημασία έχει αν τα καλοκαίρια περνούν, αν οι άνθρωποι μεγαλώνουν, αν οι παρέες σκορπίζουν, αν κάποιοι φεύγουν από την πόλη και κάποιοι δεν επιστρέφουν ποτέ. Τα θερινά σινεμά, όσα ακόμη επιμένουν να υπάρχουν για να πάρουμε τα δικά μας παιδιά από το χέρι και να τους δείξουμε έναν κόσμο που κάποτε ήταν δικός μας, έχουν έναν μαγικό τρόπο να μας γυρίζουν στα καλοκαίρια των νεανικών μας χρόνων, ακόμη κι αν έχουν περάσει από τότε δεκαετίες. Αυτή είναι η μαγεία των θερινών σινεμά.
Λαμπρινή Μπενάτση

